<?xml version="1.0"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xml:lang="en">
	<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/api.php?action=feedcontributions&amp;feedformat=atom&amp;user=Georgiashiaelou</id>
	<title>Digital Cyprus - User contributions [en]</title>
	<link rel="self" type="application/atom+xml" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/api.php?action=feedcontributions&amp;feedformat=atom&amp;user=Georgiashiaelou"/>
	<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/Special:Contributions/Georgiashiaelou"/>
	<updated>2026-04-28T02:09:31Z</updated>
	<subtitle>User contributions</subtitle>
	<generator>MediaWiki 1.39.6</generator>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%91%CE%B4%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%82&amp;diff=9371</id>
		<title>Αδαμάντιος Διαμαντής</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%91%CE%B4%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%82&amp;diff=9371"/>
		<updated>2018-10-09T16:15:22Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Ζωγράφος&lt;br /&gt;
   |acronym=Αδαμάντιος Διαμαντής&lt;br /&gt;
   |imagename=adamantios_diamantis.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption=&lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |pragmatiko_onoma=&lt;br /&gt;
   |idos_texnis=&lt;br /&gt;
   |kalitexnika_reumata=&lt;br /&gt;
   |simantika_erga=&lt;br /&gt;
   |gennithike=1900&lt;br /&gt;
   |pethane=1994&lt;br /&gt;
   |topos_gennisis= Άσσια&lt;br /&gt;
   |ethnikotita=Κυπριακή&lt;br /&gt;
   |ipikootita= &lt;br /&gt;
   |sizigos= &lt;br /&gt;
   |paidia= &lt;br /&gt;
   |spoudes=&lt;br /&gt;
   |website=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Ο Αδαμάντιος Διαμαντής (Λευκωσία, 23 Ιανουαρίου 1900 - Λευκωσία, 28 Απριλίου 1994) ήταν Κύπριος ζωγράφος. Από τους σημαντικότερους Κύπριους καλλιτέχνες, θεωρείται ο πατέρας της Κυπριακής τέχνης. Έργα του σήμερα υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές αλλά και στην [[Εθνική Πινακοθήκη της Λευκωσίας]].&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&amp;lt;font color=&amp;quot;#404040&amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;b&amp;gt;Βιογραφία&amp;lt;/b&amp;gt;&amp;lt;/font&amp;gt;== &lt;br /&gt;
Γεννήθηκε στη [[Λευκωσία]] το 1900 αποφοίτησε το 1918 από το [[Παγκύπριο Γυμνάσιο]].&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σπούδασε ζωγραφική στο St Martin ’s School of Art και στο Royal College of Art στο Λονδίνο . Στην Κύπρο επέστρεψε το 1926 εργάστηκε ως καθηγητής στην εκπαίδευση μέχρι το 1962.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προσφορά του στην τέχνη είναι τεράστια. Με έργα του που «διακρίνονται για τη βιωματική τους αφετηρία και επιβάλλονται με την εκφραστική τους αλήθεια, ο Διαμαντής μπορεί να θεωρηθεί σαν μια από τις καθοριστικές φυσιογνωμίες της σύγχρονης τέχνης.» Τα θέματά του είναι παρμένα κυρίως από την παράδοση και την ζωή της υπαίθρου του τόπου του, είναι ο κόσμος της Κύπρου έτσι όπως τον γνώρισε και τον αγάπησε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 1931 αρχίζει για τον Διαμαντή μια γόνιμη καλλιτεχνική περίοδος. Ταξιδεύει και σχεδιάζει συνέχεια μαζεύοντας υλικό για τα έργα του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο καλλιτέχνης είχε πάντα στενή επαφή με όλες τις εκδηλώσεις της κυπριακής ζωής, στα χωριά και τις πόλεις.  Αυτές τις εκδηλώσεις τις αναπαριστά με ένα δικό του εκφραστικό τρόπο στα περισσότερα έργα του. Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του έργα είναι: &amp;quot;Οι Λεύκες της [[Λάπηθος|Λαπήθου]]&amp;quot;, &amp;quot;Στο Πανηγύρι της [[Παναγία του Άρακα|Παναγιάς του Άρακα]]&amp;quot;, &amp;quot;Οι Αμαξάρηδες της Ασμάλτι&amp;quot;, &amp;quot;Κορίτσια της Πάφου&amp;quot;, &amp;quot;Αγωνίες&amp;quot; (σειρά από επτά πίνακες αρ. I - VII), &amp;quot;Ο Κόσμος της Κύπρου&amp;quot;. Το τελευταίο είναι ίσως και το πιο σημαντικό του έργο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το 1936 ιδρύεται η [[Εταιρεία κυπριακών Σπουδών]] και με πρόταση του Διαμαντή, θέτει σαν κύριο στόχο την ίδρυση του [[Μουσείο Λαϊκής Τέχνης|Μουσείου Λαϊκής Τέχνης]].&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Αδαμάντιος Διαμαντής πήρε μέρος σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις και απέσπασε πολλά βραβεία και διακρίσεις για το έργο του. Το 1976 βραβεύεται από την [[Ακαδημία Αθηνών]] για το «αξιόλογο καλλιτεχνικό του έργο, και για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην πατρίδα του ως καθηγητής και ως ιδρυτής του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον Διαμαντή συνέδεε στενή φιλία με το μεγάλο Έλληνα ποιητή [[Γιώργος Σεφέρης|Γιώργο Σεφέρη]], τον οποίο και ξενάγησε στην Κύπρο, ενώ του αφιέρωσε το μνημειώδες και ιδιαίτερα αξιόλογο έργο του «Ο κόσμος της Κύπρου». Το έργο αυτό , ζωγραφισμένο σε 11 τελάρα και με συνολικές διαστάσεις 17,50 μέτρα μήκος και 1,75 μέτρα ύψος, έγινε μεταξύ 1967-1972.Ο τίτλος του έργου είναι δανεισμένος από τον Σεφέρη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το 1989 τιμάται από το [[Πανεπιστήμιο Αθηνών]] και το 1993 η Πολιτεία τον τιμά με το [[Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών]].&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απεβίωσε το 1994.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Έργα==&lt;br /&gt;
Τα έργα του ήταν εμπνευσμένα κυρίως από τη φύση, σημαντικότερο έργο του θεωρείται ο πίνακας '''«Ο κόσμος της Κύπρου»''', με διαστάσεις 17,50 μέτρα μήκος και 1,75 μέτρα ύψος, που το ζωγράφισε ανάμεσα στα 1967 - 1972. Σε κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΓΩΝ (12 Ιουνίου 1975) με τίτλο, Αδαμ. Διαμαντή: Ο κόσμος της Κύπρου,ο Γ.Χατζηκωστής παρουσιάζει το βιβλίο του ζωγράφου με τίτλο «Ο κόσμος της Κύπρου» - Αφήγηση (12 Ιουνίου 1975), καταλήγοντας με το χαρακτηρισμό για το &amp;quot;δίκλωνο έργο του Διαμαντή&amp;quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά το θάνατό του, ο γιος του δώρισε τη βιβλιοθήκη του, που περιλάμβανε 1.200 βιβλία, στο [[Πανεπιστήμιο Κύπρου]].&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==«Ο Κόσμος της Κύπρου» και η ιδιαίτερη σχέση με την Άσσια και τους ανθρώπους της==&lt;br /&gt;
Γνωρίζουμε από τις αφηγήσεις των πατεράδων και των παππούδων μας ότι ο Αδάμαντιος Διαμαντής είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την [[Άσσια]] και τους ανθρώπους της.  Στήριξε  σημαντικά και ενθάρρυνε το μεγάλο λαϊκό ζωγράφο της Κύπρου και της Άσσιας, [[Κάσιαλος Μιχαήλ|Μιχαήλ Κάσιαλο]], στα πρώτα του βήματα.  Ίσως πολύ λίγοι γνωρίζουν πώς αυτή η σχέση και οι συχνές επισκέψεις του Α. Διαμαντή στην Άσσια και στα καφενεία της, έχουν εκφραστεί μέσα από την καλλιτεχνική του δημιουργία.  Στο σημαντικότερο ίσως έργο του Α. Διαμαντή, «Ο Κόσμος της Κύπρου», μια φράση που όπως ο ίδιος μαρτυρεί, την δανείστηκε από το μεγάλο ποιητή του ελληνισμού Γιώργο Σεφέρη, με τον οποίο διατηρούσε πολύ στενούς φιλικούς δεσμούς, οι άνθρωποι της Άσσιας καταλαμβάνουν μια ξεχωριστή θέση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πίνακας ζωγραφίστηκε  κατά τη διάρκεια των ετών 1967 - 1972 και είναι βασισμένη πάνω σε σχέδια που έγιναν από το 1931 μέχρι το 1970.  Ο καλλιτέχνης ομολογεί ότι η ιδέα μιας μεγάλης εικόνας είχε γεννηθεί μέσα του από το 1957, χρονιά κατά την οποία πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στη Λευκωσία, μέσα σε πραγματικά δύσκολες συνθήκες για την Κύπρο.  Είχε συλλάβει τότε την ιδέα πως αντί να έχει 116 εικόνες και άλλα σχέδια στη μεγάλη χορευτική αίθουσα του [[Λήδρα Πάλας]], μια συνεχής εικόνα που θα κάλυπτε τους τοίχους γύρω θα 'ταν μια συνθετική προσπάθεια με κάποιο σκοπό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα τεχνικά θέματα και η επιλογή των υλικών που έπρεπε να χρησιμοποιήσει ο καλλιτέχνης ήταν μια μεγάλη πρόκληση και αφιέρωσε αρκετό χρόνο μέχρι να κατασταλάξει.  Το πλήθος δοκιμών και προσχεδίων, οι αναστολές και το αίσθημα αμφιβολίας και αμφισβήτησης που διακατέχει κάθε αληθινό καλλιτέχνη κράτησαν μερικά χρόνια.  Όπως ο ίδιος αναφέρει, «στις 11.1.1971 αποφάσισα επιτέλους να προχωρήσω με την Δημογραφία [αρχική σκέψη για τον τίτλο του έργου που αποδίδει στον φίλο του μ. Ανδρέα Χριστοφίδη, τέως Διευθυντή του [[Ρ.Ι.Κ.]]].  Η ώρα 12.15 μ.μ. άρχισα.  Ήμουν ακράτητος.  Δούλευα εντατικά όλη την ημέρα και όλη τη βδομάδα μέχρι το Σάββατο 16.1.1971.   Πολύ εντατικά και νύκτα κάποτε. ...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Α. Διαμαντής χώρισε το έργο σε συνολικά έντεκα τελάρα τα οποία αριθμεί και αναφέρεται σ' αυτά από το ένα μέχρι το έντεκα.  Όλες οι πιο κάτω αναφορές του καλλιτέχνη αφορούν παραστάσεις που ζωγράφισε στα διάφορα σημεία του έργου και προσδιορίζονται με βάση την αρίθμηση των τελάρων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως αποδεικνύεται από την αφήγηση του, ο Α. Διαμαντής, δεν ήταν ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής της ζωής της υπαίθρου και των ανθρώπων της.  Με κάποιους είχε συνδεθεί φιλικά και γνώριζε αρκετά για τα ενδιαφέροντα τους και για τη ζωή τους.  Όμως είναι ευδιάκριτο ότι, ακόμα και αυτούς που απλά του τράβηξαν την προσοχή, ουδέποτε τους κοίταξε αφ' υψηλού.  Απεναντίας, κοίταξε τους ανθρώπους της Κύπρου με απέραντη αγάπη και θαυμασμό.  Ήταν βέβαιος για τις ραγδαίες και αμετάκλητες αλλαγές που έφερνε ο εικοστός αιώνας και θέλησε να κρατήσει σαν φυλακτό ένα δείγμα από τον «Κόσμο της Κύπρου», ενός ανόθευτου και αγνού κόσμου που ο ίδιος παρατηρούσε με δέος, αλλά ταυτόχρονα και με τη βεβαιότητα ότι σύντομα δε θα υπήρχε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;table &amp;gt;&lt;br /&gt;
&amp;lt;tr&amp;gt;&lt;br /&gt;
&amp;lt;td width=&amp;quot;30%&amp;quot; align=&amp;quot;left&amp;quot; valign=&amp;quot;top&amp;quot;&amp;gt;__TOC__&amp;lt;/td&amp;gt;&amp;lt;td valign=&amp;quot;top&amp;quot; width=&amp;quot;70%&amp;quot;&amp;gt;{{#ev:youtube| Fp-DxfDbRjo | 250 |left|}}&amp;lt;/td&amp;gt;&lt;br /&gt;
&amp;lt;/table&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Εργογραφία==&lt;br /&gt;
-Οι Φυτεύτριες, (1932/33)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
-Ο κόσμος της Κύπρου (1967-1972)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
-Οι Λεύκες της Λαπήθου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
-Στο Πανηγύρι της Παναγιάς του Άρακα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
-Οι Αμαξάρηδες της Ασμάλτι&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
-Κορίτσια της Πάφου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
-Αγωνίες&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές==&lt;br /&gt;
* https://el.wikipedia.org/wiki/Αδαμάντιος_Διαμαντής&lt;br /&gt;
* http://library.ucy.ac.cy/el/library/donation/adamantios-diamantis&lt;br /&gt;
* http://assia.org.cy/eidikes-meletes/227-adamantios-diamantis-assia-study.html&lt;br /&gt;
* Αδαμάντιου Διαμαντή, «Ο Κόσμος της Κύπρου - Αφήγηση», Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία, 1991.  Αφιερώσεις.&lt;br /&gt;
* Ελένη Σ. Νικήτα, «Αδαμάντιος Διαμαντής - η ζωή και το έργο του», Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Αθήνα, 1998, φωτογραφίες από το έργο «Ο Κόσμος της Κύπρου»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Ιστορία, Πολιτισμός και Τέχνες]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A1%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1_%CE%91%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%8D&amp;diff=9370</id>
		<title>Ροδόσταγμα Αγρού</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A1%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1_%CE%91%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%8D&amp;diff=9370"/>
		<updated>2018-10-08T20:08:43Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym= Ροδόσταγμα Αγρού&lt;br /&gt;
   |imagename=rodostagma.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Απόσταγμα&lt;br /&gt;
   |allo_onoma= Ροδόνερο&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= Μηλικούρι και Αγρός&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete= &lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Το ροδόσταγμα Αγρού είναι απόσταγμα ολόκληρου του άνθουςτης Ροδής της Δαμασκηνής (Rosa Damascena). Πήρε το όνομά του από την περιοχή του Αγρού, στην οποία κυρίως παράγεται. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία== &lt;br /&gt;
Η παραγωγή ροδοστάγματος γινόταν από παλιά κυρίως στα ορεινά χωριά του Τροόδους, με πιο φημισμένα τα χωριά Μηλικούρι και Αγρός. Το ροδόσταγμα πωλείτο στα πανηγύρια και συνήθως γινόταν ανταλλαγή του με προϊόντα των οποίων η καλλιέργεια δεν απέδιδε στις ορεινές περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ροδόσταγμα χρησιμοποιείται ευρύτατα στο σιρόπι διαφόρων ειδών ζαχαροπλαστικής (π.χ. μπακλαβάδες, δάκτυλα, κ.ά.) και σε άλλα γλυκά όπως μαχαλλεπί, ρυζόγαλο, κ.λπ. Χρησιμοποιείται επίσης στην παραγωγή σουτζιούκκου, ππαλουζέ και κκιοφτερκών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στις θρησκευτικές γιορτές αυτοί που γιορτάζουν στέκονται δίπλα από την εικόνα του εορταζόμενου Αγίου και ραντίζουν με ροδόσταγμα (από μερρέχες) τον κόσμο που τους εύχεται κατά τον εσπερινό στην εκκλησία. Χρησιμοποιείται για να καθαρίζουν τις εικόνες των Αγίων στην εκκλησία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμπληρωματικά στοιχεία==&lt;br /&gt;
Στον Αγρό ευδοκιμούν όμορφα και αρωματικά τριαντάφυλλα, με τα οποία οι ντόπιοι παράγουν το γνωστό σ΄ όλους μας, ροδόσταγμα του Αγρού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ροδόσταγμα κυρίως παρασκευάζεται από τη ρόδη τη δαμασκηνή, είδος τριανταφυλλιάς, που την διαδεδομένη ύπαρξη της, την οφείλει σε μια ξακουστή προσωπικότητα του Αγρού, το Νέαρχο Κληρίδη. Ο τελευταίος διέδωσε στο χωριό το συγκεκριμένο είδος τριανταφυλλιάς, της οποίας τα τριαντάφυλλα διακρίνονται για το ξεχωριστό άρωμα τους και είναι τα πλέον κατάλληλα για την παραγωγή ροδοστάγματος. Λίγα χρόνια μετά, ο Αγρός με πρωτοβουλία το Νέαρχου Κληρίδη, αποκτά και τον πρώτο αποστακτήρα, απαραίτητο εργαλείο για την παραγωγή ροδοστάγματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος παραγωγής== &lt;br /&gt;
Ο παραδοσιακός τρόπος παρασκευής του ροδοστάγματος, απαιτεί τη χρησιμοποίηση του αποστακτήρα, που αποτελείται από δυο βασικά μέρη, το καζάνι και το βαρέλι, το οποίο είναι γεμάτο με νερό. παραγωγή του ροδοστάγματος, όπως δίνεται από τους παλαιότερους παρασκευαστές ακολουθεί την εξής πορεία:&lt;br /&gt;
• Τα τριαντάφυλλα τοποθετούνται στο καζάνι, όπου ρίχνεται και το νερό. Ο παραδοσιακός    υπολογισμός ορίζει για κάθε μια οκά τριαντάφυλλα δυο και μισή οκά νερό.&lt;br /&gt;
• Στο μεταξύ,, το καζάνι φλέγεται και οι υδρατμοί που δημιουργούνται κατευθύνονται μέσω ενός    χάλκινου σωλήνα, προς τη βαρέλι με το νερό.&lt;br /&gt;
• Από το βαρέλι, όταν οι υδρατμοί υγροποιηθούν μετατρέπονται σε ροδόσταγμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2079#_bs_civitems_tabcyprus.tab1&lt;br /&gt;
* http://www.agros.org.cy/tradition_products_rosewater.shtm&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A1%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1_%CE%91%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%8D&amp;diff=9369</id>
		<title>Ροδόσταγμα Αγρού</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A1%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1_%CE%91%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%8D&amp;diff=9369"/>
		<updated>2018-10-08T20:06:39Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym= Ροδόσταγμα Αγρού&lt;br /&gt;
   |imagename=rodostagma.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Απόσταγμα&lt;br /&gt;
   |allo_onoma= Ροδόνερο&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= Μηλικούρι και Αγρός&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete= &lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Το ροδόσταγμα Αγρού είναι απόσταγμα ολόκληρου του άνθουςτης Ροδής της Δαμασκηνής (Rosa Damascena). Πήρε το όνομά του από την περιοχή του Αγρού, στην οποία κυρίως παράγεται. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία== &lt;br /&gt;
Η παραγωγή ροδοστάγματος γινόταν από παλιά κυρίως στα ορεινά χωριά του Τροόδους, με πιο φημισμένα τα χωριά Μηλικούρι και Αγρός. Το ροδόσταγμα πωλείτο στα πανηγύρια και συνήθως γινόταν ανταλλαγή του με προϊόντα των οποίων η καλλιέργεια δεν απέδιδε στις ορεινές περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ροδόσταγμα χρησιμοποιείται ευρύτατα στο σιρόπι διαφόρων ειδών ζαχαροπλαστικής (π.χ. μπακλαβάδες, δάκτυλα, κ.ά.) και σε άλλα γλυκά όπως μαχαλλεπί, ρυζόγαλο, κ.λπ. Χρησιμοποιείται επίσης στην παραγωγή σουτζιούκκου, ππαλουζέ και κκιοφτερκών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στις θρησκευτικές γιορτές αυτοί που γιορτάζουν στέκονται δίπλα από την εικόνα του εορταζόμενου Αγίου και ραντίζουν με ροδόσταγμα (από μερρέχες) τον κόσμο που τους εύχεται κατά τον εσπερινό στην εκκλησία. Χρησιμοποιείται για να καθαρίζουν τις εικόνες των Αγίων στην εκκλησία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμπληρωματικά στοιχεία==&lt;br /&gt;
Στον Αγρό ευδοκιμούν όμορφα και αρωματικά τριαντάφυλλα, με τα οποία οι ντόπιοι παράγουν το γνωστό σ΄ όλους μας, ροδόσταγμα του Αγρού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ροδόσταγμα κυρίως παρασκευάζεται από τη ρόδη τη δαμασκηνή, είδος τριανταφυλλιάς, που την διαδεδομένη ύπαρξη της, την οφείλει σε μια ξακουστή προσωπικότητα του Αγρού, το Νέαρχο Κληρίδη. Ο τελευταίος διέδωσε στο χωριό το συγκεκριμένο είδος τριανταφυλλιάς, της οποίας τα τριαντάφυλλα διακρίνονται για το ξεχωριστό άρωμα τους και είναι τα πλέον κατάλληλα για την παραγωγή ροδοστάγματος. Λίγα χρόνια μετά, ο Αγρός με πρωτοβουλία το Νέαρχου Κληρίδη, αποκτά και τον πρώτο αποστακτήρα, απαραίτητο εργαλείο για την παραγωγή ροδοστάγματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος παραγωγής== &lt;br /&gt;
Ο παραδοσιακός τρόπος παρασκευής του ροδοστάγματος, απαιτεί τη χρησιμοποίηση του αποστακτήρα, που αποτελείται από δυο βασικά μέρη, το καζάνι και το βαρέλι, το οποίο είναι γεμάτο με νερό. παραγωγή του ροδοστάγματος, όπως δίνεται από τους παλαιότερους παρασκευαστές ακολουθεί την εξής πορεία:&lt;br /&gt;
• Τα τριαντάφυλλα τοποθετούνται στο καζάνι, όπου ρίχνεται και το νερό. Ο παραδοσιακός    υπολογισμός ορίζει για κάθε μια οκά τριαντάφυλλα δυο και μισή οκά νερό.&lt;br /&gt;
• Στο μεταξύ,, το καζάνι φλέγεται και οι υδρατμοί που δημιουργούνται κατευθύνονται μέσω ενός    χάλκινου σωλήνα, προς τη βαρέλι με το νερό.&lt;br /&gt;
• Από το βαρέλι, όταν οι υδρατμοί υγροποιηθούν μετατρέπονται σε ροδόσταγμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2079#_bs_civitems_tabcyprus.tab1&lt;br /&gt;
* http://www.agros.org.cy/tradition_products_rosewater.shtm&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A4%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82&amp;diff=9368</id>
		<title>Τραχανάς</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A4%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82&amp;diff=9368"/>
		<updated>2018-10-08T19:58:33Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym= Τραχανάς &lt;br /&gt;
   |imagename=traxanas2.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= Φαγητό&lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Σούπα&lt;br /&gt;
   |allo_onoma= &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= &lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= Χειμώνας&lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete= &lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--Intro--&amp;gt;&lt;br /&gt;
Ο τραχανάς είναι είδος ζυμαρικού που σερβίρεται συνήθως ως σούπα (ή και πιο πυκτό παρασκεύασμα) στο κυπριακό τραπέζι. Είναι το αποξηραμένο μίγμα κοπανισμένου σιταριού, σπάνια κριθαριού ή αλευριού, και πρόβειου ή / και αιγινού γάλακτος γάλακτος (ξινού ή γλυκού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παράγεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τραχανάς ονομάζεται επίσης η σούπα που ετοιμάζεται βράζοντας το ξηρό αυτό προϊόν σε νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Με τον όρο τραχανά περιγράφεται μια μεγάλη ομάδα παρασκευασμάτων που φτιάχνονται από την ανάμιξη σπασμένου σιταριού ή αλεύρου και γάλακτος (ζυμωμένου ή μη) που αποθηκεύεται αποξηραμένο. Σπιτικός τραχανάς φτιάχνεται και στις μέρες μας σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Ο ξινός τραχανάς είναι γνωστός και ως ξινόχοντρος (στην Κρήτη). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
O τραχανάς είναι τρόφιμο που παρασκευάζεται με οξινισμένο γάλα και πλιγούρι και μπορεί να διατηρηθεί πολλούς μήνες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συνταγή==&lt;br /&gt;
Συνταγή για να φτιάξετε με αγνά υλικά τον δικό σας σπιτικό, παραδοσιακό, ξινό τραχανά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υλικά&lt;br /&gt;
*1 κιλό αλεύρι&lt;br /&gt;
*3 αυγά&lt;br /&gt;
*1 ποτήρι περίπου ξινισμένο κατσικίσιο γάλα&lt;br /&gt;
*μισό ποτήρι λάδι&lt;br /&gt;
*προζύμι&lt;br /&gt;
*σιμιγδάλι 300 γραμμάρια*&lt;br /&gt;
*λίγο αλάτι&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Παρασκευή==&lt;br /&gt;
Το πρώτο βήμα είναι να ξινίσουμε το γάλα. Βράζουμε το γάλα και το αφήνουμε να κρυώσει λίγο. Στη συνέχεια ρίχνουμε λίγο αλάτι και το αφήνουμε το μίγμα να ξινίσει για 3-4 μέρες. Ανά διαστήματα  το ανακατεύουμε γιατί κάνει «κορφή». Το γάλα πρέπει να ανακατεύεται με το τυρόγαλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν ξινίσει το γάλα ρίχνουμε στο προζύμι λίγο χλιαρό νερό και λίγο αλεύρι και το ζυμώνουμε ελαφρά. Αφήνουμε  το μίγμα να φουσκώσει, να αυγατίσει και να αφρατέψει. Αυτό γίνεται το βράδυ. Το πρωί ζυμώνουμε το μαλακό τραχανά. Ανακατεύουμε το γάλα, το λάδι και τα αυγά και μετά το αλεύρι. Σκεπάζουμε το ζυμάρι και το αφήνουμε να φουσκώσει περίπου ως το απόγευμα ή το βράδυ. Στρώνουμε καθαρά πανιά, συνήθως σεντόνια, σε σκληρή επιφάνεια και κόβουμε το ζυμάρι σε μικρά κομμάτια.  Τα αφήνουμε πάνω στα σεντόνια για να ξεραθούν. Όταν ξεραθούν αρκετά, τα ξανακόβουμε σε πιο μικρά κομμάτια. Όταν ξεραθούν και αυτά τα ξανακόβουμε. Στο τέλος τρίβουμε τα μικρά κομμάτια με τα χέρια εκεί που τα έχουμε απλώσει και αφήνουμε τον τραχανά να ξεραθεί κι άλλο μέχρι να μη λασπίζει. Τότε τον περνάμε από το αριολόι έτσι ώστε να βγαίνει από κάτω λεπτός. Ο αποξηραμένος τραχανάς φυλάγεται σε δροσερό μέρος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σούπα τραχανά είναι εύκολη και γρήγορη στην παρασκευή της. Ρίχνουμε νερό στην κατσαρόλα και τον τραχανά. Ανακατεύουμε καλά, προσθέτουμε αλάτι και βράζουμε για 10 με 15 λεπτά ανακατεύοντας συνεχώς. Όταν ο τραχανάς είναι ψημένος ρίχνουμε στην κατσαρόλα μικρά κομμάτια τυρίου ή χαλουμιού. Το πιάτο είναι έτοιμο να καταναλωθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διαβάστε περισότερο: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σούπα τραχανά απλή http://www.sintagespareas.gr/sintages/soupa-traxana-apli.html#ixzz3Ctz8jlOp&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Ο αποξηραμένος τραχανάς χρησιμοποιείται για την παρασκευή σούπας, η οποία θεωρείται ευγευστότατη και ορεκτικότατη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τραχανά; φυλασσόταν  σε υφασμάτινες τσάντες και είτε πωλείτο είτε καταναλωνόταν ως σούπα το χειμώνα.  Για τη παρασκευή της σούπας τραχανά οι νοικοκυρές έβραζαν σε ζωμό κότας ή περιστεριού το τραχανά και εμπλούτιζαν τη γεύση  με κομμάτια χαλουμιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Κύπριοι συνήθιζαν να τη προσφέρουν στους φιλοξενούμενους τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή να την καταναλώνουν οι ίδιοι, ως κατευναστικό, μετά την υπερβολική κατανάλωση ποτού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμπληρωματικά στοιχεία==&lt;br /&gt;
Ο τραχανάς είναι από τα παλαίοτερα επεξεργασμένα τρόφιμα που παρήγαγαν οι γεωργικές κοινωνίες της Ανατολικής Μεσογείου. Οι αρχαίες ρίζες του τραχανά μαρτυρούνται από πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα στη Βόρεια Ελλάδα (στη θέση Αρχοντικό). Σύμφωνα με τις ενδείξεις από τον ελλαδικό χώρο, η παρασκευή τροφίμου που μοιάζει με τον σύγχρονο τραχανά  πιθανόν να γινόταν από τη νεολιθική ακόμη περίοδο. Η υπόθεση αυτή βασίζεται σε ευρήματα συσσωματωμένων σβόλων σπασμένου σιταριού που έχουν βρεθεί στη νεολιθική θέση Αρχοντικό της Μακεδονίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές==&lt;br /&gt;
*https://historyofgreekfood.wordpress.com/tag/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82/&lt;br /&gt;
*http://syntagesapokatina.blogspot.de/2010/05/1-3-1-300.html&lt;br /&gt;
*http://www.sintagespareas.gr/sintages/soupa-traxana-apli.html&lt;br /&gt;
*Φαρμακίδου ΞΠ (1983). Γλωσσάριον Ξενοφώντος Π. Φαρμακίδου, [Υλικά διά την σύνταξιν Ιστορικού Λεξικού της Κυπριακής Διαλέκτου, μέρος Β', έκδ. Θεοφανώς Δ. Κυπρή], Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία, 2η έκδ, 2003. &lt;br /&gt;
* Λεοντίου Νίκος (επιμ.) (1983), Άσσια. Ζωντανές μνήμες βαθιές ρίζες μηνύματα επιστροφής, Πολιτιστικός Σύνδεσμος «Η Άσσια», Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Ξιούτας Π. (11978) Κυπριακή λαογραφία των ζώων. Δημοσιεύματα του κέντρου επιστημονικών ερευνών XXXVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Μιχαλακοπούλου-Χαραλάμπους Χαρίκλεια (1998), Περιστερωνοπηγή. Από την αρχαιότητα μέχρι το 1974, Προσφυγικό σωματείο «Ένωση Περιστερωνοπηγιωτών», Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Weaver W.W. (2002). The Origins of Trachanas: Evidence from Cyprus and Ancient Texts, Gastronomica, winter 2002,2,1.&lt;br /&gt;
* Valamoti SM. and Anastasaki S.  (2009). A daily bread - prepared but once a year, Petit Propos Culinaire, 2009, pp. 75-101.&lt;br /&gt;
* Valamoti SM. (2002). Food remains from the Bronze Age Archondiko and Mesomeriani Toumba in Norhern Greece, Vegetation, History and Archaeobotany, II, 17-22.&lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/1190#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A4%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82&amp;diff=9367</id>
		<title>Τραχανάς</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A4%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82&amp;diff=9367"/>
		<updated>2018-10-08T19:57:32Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym= Τραχανάς &lt;br /&gt;
   |imagename=traxanas2.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= Φαγητό&lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Σούπα&lt;br /&gt;
   |allo_onoma= &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= &lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= Χειμώνας&lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete= &lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--Intro--&amp;gt;&lt;br /&gt;
Ο τραχανάς είναι είδος ζυμαρικού που σερβίρεται συνήθως ως σούπα (ή και πιο πυκτό παρασκεύασμα) στο κυπριακό τραπέζι. Είναι το αποξηραμένο μίγμα κοπανισμένου σιταριού, σπάνια κριθαριού ή αλευριού, και πρόβειου ή / και αιγινού γάλακτος γάλακτος (ξινού ή γλυκού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παράγεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τραχανάς ονομάζεται επίσης η σούπα που ετοιμάζεται βράζοντας το ξηρό αυτό προϊόν σε νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Με τον όρο τραχανά περιγράφεται μια μεγάλη ομάδα παρασκευασμάτων που φτιάχνονται από την ανάμιξη σπασμένου σιταριού ή αλεύρου και γάλακτος (ζυμωμένου ή μη) που αποθηκεύεται αποξηραμένο. Σπιτικός τραχανάς φτιάχνεται και στις μέρες μας σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Ο ξινός τραχανάς είναι γνωστός και ως ξινόχοντρος (στην Κρήτη). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τον Φαρμακίδης ΞΠ (2003, σελ. 105), ο τραχανάς είναι τρόφιμο που παρασκευάζεται με οξινισμένο γάλα και πλιγούρι και μπορεί να διατηρηθεί πολλούς μήνες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συνταγή==&lt;br /&gt;
Συνταγή για να φτιάξετε με αγνά υλικά τον δικό σας σπιτικό, παραδοσιακό, ξινό τραχανά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υλικά&lt;br /&gt;
*1 κιλό αλεύρι&lt;br /&gt;
*3 αυγά&lt;br /&gt;
*1 ποτήρι περίπου ξινισμένο κατσικίσιο γάλα&lt;br /&gt;
*μισό ποτήρι λάδι&lt;br /&gt;
*προζύμι&lt;br /&gt;
*σιμιγδάλι 300 γραμμάρια*&lt;br /&gt;
*λίγο αλάτι&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Παρασκευή==&lt;br /&gt;
Το πρώτο βήμα είναι να ξινίσουμε το γάλα. Βράζουμε το γάλα και το αφήνουμε να κρυώσει λίγο. Στη συνέχεια ρίχνουμε λίγο αλάτι και το αφήνουμε το μίγμα να ξινίσει για 3-4 μέρες. Ανά διαστήματα  το ανακατεύουμε γιατί κάνει «κορφή». Το γάλα πρέπει να ανακατεύεται με το τυρόγαλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν ξινίσει το γάλα ρίχνουμε στο προζύμι λίγο χλιαρό νερό και λίγο αλεύρι και το ζυμώνουμε ελαφρά. Αφήνουμε  το μίγμα να φουσκώσει, να αυγατίσει και να αφρατέψει. Αυτό γίνεται το βράδυ. Το πρωί ζυμώνουμε το μαλακό τραχανά. Ανακατεύουμε το γάλα, το λάδι και τα αυγά και μετά το αλεύρι. Σκεπάζουμε το ζυμάρι και το αφήνουμε να φουσκώσει περίπου ως το απόγευμα ή το βράδυ. Στρώνουμε καθαρά πανιά, συνήθως σεντόνια, σε σκληρή επιφάνεια και κόβουμε το ζυμάρι σε μικρά κομμάτια.  Τα αφήνουμε πάνω στα σεντόνια για να ξεραθούν. Όταν ξεραθούν αρκετά, τα ξανακόβουμε σε πιο μικρά κομμάτια. Όταν ξεραθούν και αυτά τα ξανακόβουμε. Στο τέλος τρίβουμε τα μικρά κομμάτια με τα χέρια εκεί που τα έχουμε απλώσει και αφήνουμε τον τραχανά να ξεραθεί κι άλλο μέχρι να μη λασπίζει. Τότε τον περνάμε από το αριολόι έτσι ώστε να βγαίνει από κάτω λεπτός. Ο αποξηραμένος τραχανάς φυλάγεται σε δροσερό μέρος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σούπα τραχανά είναι εύκολη και γρήγορη στην παρασκευή της. Ρίχνουμε νερό στην κατσαρόλα και τον τραχανά. Ανακατεύουμε καλά, προσθέτουμε αλάτι και βράζουμε για 10 με 15 λεπτά ανακατεύοντας συνεχώς. Όταν ο τραχανάς είναι ψημένος ρίχνουμε στην κατσαρόλα μικρά κομμάτια τυρίου ή χαλουμιού. Το πιάτο είναι έτοιμο να καταναλωθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διαβάστε περισότερο: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σούπα τραχανά απλή http://www.sintagespareas.gr/sintages/soupa-traxana-apli.html#ixzz3Ctz8jlOp&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Ο αποξηραμένος τραχανάς χρησιμοποιείται για την παρασκευή σούπας, η οποία θεωρείται ευγευστότατη και ορεκτικότατη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τραχανά; φυλασσόταν  σε υφασμάτινες τσάντες και είτε πωλείτο είτε καταναλωνόταν ως σούπα το χειμώνα.  Για τη παρασκευή της σούπας τραχανά οι νοικοκυρές έβραζαν σε ζωμό κότας ή περιστεριού το τραχανά και εμπλούτιζαν τη γεύση  με κομμάτια χαλουμιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Κύπριοι συνήθιζαν να τη προσφέρουν στους φιλοξενούμενους τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή να την καταναλώνουν οι ίδιοι, ως κατευναστικό, μετά την υπερβολική κατανάλωση ποτού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμπληρωματικά στοιχεία==&lt;br /&gt;
Ο τραχανάς είναι από τα παλαίοτερα επεξεργασμένα τρόφιμα που παρήγαγαν οι γεωργικές κοινωνίες της Ανατολικής Μεσογείου. Οι αρχαίες ρίζες του τραχανά μαρτυρούνται από πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα στη Βόρεια Ελλάδα (στη θέση Αρχοντικό). Σύμφωνα με τις ενδείξεις από τον ελλαδικό χώρο, η παρασκευή τροφίμου που μοιάζει με τον σύγχρονο τραχανά  πιθανόν να γινόταν από τη νεολιθική ακόμη περίοδο. Η υπόθεση αυτή βασίζεται σε ευρήματα συσσωματωμένων σβόλων σπασμένου σιταριού που έχουν βρεθεί στη νεολιθική θέση Αρχοντικό της Μακεδονίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές==&lt;br /&gt;
*https://historyofgreekfood.wordpress.com/tag/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82/&lt;br /&gt;
*http://syntagesapokatina.blogspot.de/2010/05/1-3-1-300.html&lt;br /&gt;
*http://www.sintagespareas.gr/sintages/soupa-traxana-apli.html&lt;br /&gt;
*Φαρμακίδου ΞΠ (1983). Γλωσσάριον Ξενοφώντος Π. Φαρμακίδου, [Υλικά διά την σύνταξιν Ιστορικού Λεξικού της Κυπριακής Διαλέκτου, μέρος Β', έκδ. Θεοφανώς Δ. Κυπρή], Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία, 2η έκδ, 2003. &lt;br /&gt;
* Λεοντίου Νίκος (επιμ.) (1983), Άσσια. Ζωντανές μνήμες βαθιές ρίζες μηνύματα επιστροφής, Πολιτιστικός Σύνδεσμος «Η Άσσια», Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Ξιούτας Π. (11978) Κυπριακή λαογραφία των ζώων. Δημοσιεύματα του κέντρου επιστημονικών ερευνών XXXVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Μιχαλακοπούλου-Χαραλάμπους Χαρίκλεια (1998), Περιστερωνοπηγή. Από την αρχαιότητα μέχρι το 1974, Προσφυγικό σωματείο «Ένωση Περιστερωνοπηγιωτών», Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Weaver W.W. (2002). The Origins of Trachanas: Evidence from Cyprus and Ancient Texts, Gastronomica, winter 2002,2,1.&lt;br /&gt;
* Valamoti SM. and Anastasaki S.  (2009). A daily bread - prepared but once a year, Petit Propos Culinaire, 2009, pp. 75-101.&lt;br /&gt;
* Valamoti SM. (2002). Food remains from the Bronze Age Archondiko and Mesomeriani Toumba in Norhern Greece, Vegetation, History and Archaeobotany, II, 17-22.&lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/1190#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Traxanas2.jpg&amp;diff=9366</id>
		<title>File:Traxanas2.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Traxanas2.jpg&amp;diff=9366"/>
		<updated>2018-10-08T19:57:15Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A4%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82&amp;diff=9365</id>
		<title>Τραχανάς</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A4%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82&amp;diff=9365"/>
		<updated>2018-10-08T19:52:26Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym= Τραχανάς &lt;br /&gt;
   |imagename=100-0012a_IMG(1).jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= Φαγητό&lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Σούπα&lt;br /&gt;
   |allo_onoma= &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= &lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= Χειμώνας&lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete= &lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--Intro--&amp;gt;&lt;br /&gt;
Ο τραχανάς είναι είδος ζυμαρικού που σερβίρεται συνήθως ως σούπα (ή και πιο πυκτό παρασκεύασμα) στο κυπριακό τραπέζι. Είναι το αποξηραμένο μίγμα κοπανισμένου σιταριού, σπάνια κριθαριού ή αλευριού, και πρόβειου ή / και αιγινού γάλακτος γάλακτος (ξινού ή γλυκού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παράγεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τραχανάς ονομάζεται επίσης η σούπα που ετοιμάζεται βράζοντας το ξηρό αυτό προϊόν σε νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Με τον όρο τραχανά περιγράφεται μια μεγάλη ομάδα παρασκευασμάτων που φτιάχνονται από την ανάμιξη σπασμένου σιταριού ή αλεύρου και γάλακτος (ζυμωμένου ή μη) που αποθηκεύεται αποξηραμένο. Σπιτικός τραχανάς φτιάχνεται και στις μέρες μας σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Ο ξινός τραχανάς είναι γνωστός και ως ξινόχοντρος (στην Κρήτη). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τον Φαρμακίδης ΞΠ (2003, σελ. 105), ο τραχανάς είναι τρόφιμο που παρασκευάζεται με οξινισμένο γάλα και πλιγούρι και μπορεί να διατηρηθεί πολλούς μήνες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συνταγή==&lt;br /&gt;
Συνταγή για να φτιάξετε με αγνά υλικά τον δικό σας σπιτικό, παραδοσιακό, ξινό τραχανά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υλικά&lt;br /&gt;
*1 κιλό αλεύρι&lt;br /&gt;
*3 αυγά&lt;br /&gt;
*1 ποτήρι περίπου ξινισμένο κατσικίσιο γάλα&lt;br /&gt;
*μισό ποτήρι λάδι&lt;br /&gt;
*προζύμι&lt;br /&gt;
*σιμιγδάλι 300 γραμμάρια*&lt;br /&gt;
*λίγο αλάτι&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Παρασκευή==&lt;br /&gt;
Το πρώτο βήμα είναι να ξινίσουμε το γάλα. Βράζουμε το γάλα και το αφήνουμε να κρυώσει λίγο. Στη συνέχεια ρίχνουμε λίγο αλάτι και το αφήνουμε το μίγμα να ξινίσει για 3-4 μέρες. Ανά διαστήματα  το ανακατεύουμε γιατί κάνει «κορφή». Το γάλα πρέπει να ανακατεύεται με το τυρόγαλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν ξινίσει το γάλα ρίχνουμε στο προζύμι λίγο χλιαρό νερό και λίγο αλεύρι και το ζυμώνουμε ελαφρά. Αφήνουμε  το μίγμα να φουσκώσει, να αυγατίσει και να αφρατέψει. Αυτό γίνεται το βράδυ. Το πρωί ζυμώνουμε το μαλακό τραχανά. Ανακατεύουμε το γάλα, το λάδι και τα αυγά και μετά το αλεύρι. Σκεπάζουμε το ζυμάρι και το αφήνουμε να φουσκώσει περίπου ως το απόγευμα ή το βράδυ. Στρώνουμε καθαρά πανιά, συνήθως σεντόνια, σε σκληρή επιφάνεια και κόβουμε το ζυμάρι σε μικρά κομμάτια.  Τα αφήνουμε πάνω στα σεντόνια για να ξεραθούν. Όταν ξεραθούν αρκετά, τα ξανακόβουμε σε πιο μικρά κομμάτια. Όταν ξεραθούν και αυτά τα ξανακόβουμε. Στο τέλος τρίβουμε τα μικρά κομμάτια με τα χέρια εκεί που τα έχουμε απλώσει και αφήνουμε τον τραχανά να ξεραθεί κι άλλο μέχρι να μη λασπίζει. Τότε τον περνάμε από το αριολόι έτσι ώστε να βγαίνει από κάτω λεπτός. Ο αποξηραμένος τραχανάς φυλάγεται σε δροσερό μέρος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σούπα τραχανά είναι εύκολη και γρήγορη στην παρασκευή της. Ρίχνουμε νερό στην κατσαρόλα και τον τραχανά. Ανακατεύουμε καλά, προσθέτουμε αλάτι και βράζουμε για 10 με 15 λεπτά ανακατεύοντας συνεχώς. Όταν ο τραχανάς είναι ψημένος ρίχνουμε στην κατσαρόλα μικρά κομμάτια τυρίου ή χαλουμιού. Το πιάτο είναι έτοιμο να καταναλωθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διαβάστε περισότερο: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σούπα τραχανά απλή http://www.sintagespareas.gr/sintages/soupa-traxana-apli.html#ixzz3Ctz8jlOp&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Ο αποξηραμένος τραχανάς χρησιμοποιείται για την παρασκευή σούπας, η οποία θεωρείται ευγευστότατη και ορεκτικότατη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τραχανά; φυλασσόταν  σε υφασμάτινες τσάντες και είτε πωλείτο είτε καταναλωνόταν ως σούπα το χειμώνα.  Για τη παρασκευή της σούπας τραχανά οι νοικοκυρές έβραζαν σε ζωμό κότας ή περιστεριού το τραχανά και εμπλούτιζαν τη γεύση  με κομμάτια χαλουμιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Κύπριοι συνήθιζαν να τη προσφέρουν στους φιλοξενούμενους τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή να την καταναλώνουν οι ίδιοι, ως κατευναστικό, μετά την υπερβολική κατανάλωση ποτού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμπληρωματικά στοιχεία==&lt;br /&gt;
Ο τραχανάς είναι από τα παλαίοτερα επεξεργασμένα τρόφιμα που παρήγαγαν οι γεωργικές κοινωνίες της Ανατολικής Μεσογείου. Οι αρχαίες ρίζες του τραχανά μαρτυρούνται από πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα στη Βόρεια Ελλάδα (στη θέση Αρχοντικό). Σύμφωνα με τις ενδείξεις από τον ελλαδικό χώρο, η παρασκευή τροφίμου που μοιάζει με τον σύγχρονο τραχανά  πιθανόν να γινόταν από τη νεολιθική ακόμη περίοδο. Η υπόθεση αυτή βασίζεται σε ευρήματα συσσωματωμένων σβόλων σπασμένου σιταριού που έχουν βρεθεί στη νεολιθική θέση Αρχοντικό της Μακεδονίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές==&lt;br /&gt;
*https://historyofgreekfood.wordpress.com/tag/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82/&lt;br /&gt;
*http://syntagesapokatina.blogspot.de/2010/05/1-3-1-300.html&lt;br /&gt;
*http://www.sintagespareas.gr/sintages/soupa-traxana-apli.html&lt;br /&gt;
*Φαρμακίδου ΞΠ (1983). Γλωσσάριον Ξενοφώντος Π. Φαρμακίδου, [Υλικά διά την σύνταξιν Ιστορικού Λεξικού της Κυπριακής Διαλέκτου, μέρος Β', έκδ. Θεοφανώς Δ. Κυπρή], Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία, 2η έκδ, 2003. &lt;br /&gt;
* Λεοντίου Νίκος (επιμ.) (1983), Άσσια. Ζωντανές μνήμες βαθιές ρίζες μηνύματα επιστροφής, Πολιτιστικός Σύνδεσμος «Η Άσσια», Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Ξιούτας Π. (11978) Κυπριακή λαογραφία των ζώων. Δημοσιεύματα του κέντρου επιστημονικών ερευνών XXXVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Μιχαλακοπούλου-Χαραλάμπους Χαρίκλεια (1998), Περιστερωνοπηγή. Από την αρχαιότητα μέχρι το 1974, Προσφυγικό σωματείο «Ένωση Περιστερωνοπηγιωτών», Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Weaver W.W. (2002). The Origins of Trachanas: Evidence from Cyprus and Ancient Texts, Gastronomica, winter 2002,2,1.&lt;br /&gt;
* Valamoti SM. and Anastasaki S.  (2009). A daily bread - prepared but once a year, Petit Propos Culinaire, 2009, pp. 75-101.&lt;br /&gt;
* Valamoti SM. (2002). Food remains from the Bronze Age Archondiko and Mesomeriani Toumba in Norhern Greece, Vegetation, History and Archaeobotany, II, 17-22.&lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/1190#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A6%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CF%82&amp;diff=9364</id>
		<title>Φλαούνες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A6%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CF%82&amp;diff=9364"/>
		<updated>2018-10-08T19:42:17Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Φλαούνες&lt;br /&gt;
   |imagename=flaouna.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=πασχαλινό έδεσμα&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=προζύμι, αυγά και τυρί&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Η φλαούνα είναι το χαρακτηριστικότερο πασχαλινό έδεσμα που παρασκευάζεται και καταναλώνεται σχεδόν σε όλα τα νοικοκυριά της Κύπρου. Η γέμισή της, ο φωκός όπως λέγεται, ετοιμάζεται 4-5 ώρες νωρίτερα ή από το προηγούμενο βράδυ. Ζυμώνεται με παραδοσιακό προζύμι, αυγά και τυρί, ενώ προαιρετικά προστίθενται σταφιδάκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές Παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με Κύπριους μελετητές, πρόγονος της Φλαούνας θεωρείται η ‘παλάθη’, αρχαιοελληνική πίτα με σύκα. Το αντίστοιχο ρωμαϊκό ονομαζόταν ‘fladonis’, ενώ αργότερα οι Αγγλοσάξονες το ονόμασαν ‘flaon’, το σημερινό ‘flan’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Παλαιότερα την Κυριακή του Πάσχα δεν μαγείρευαν, αλλά έτρωγαν φλαούνες. Το γεύμα της Κυριακής του Πάσχα ήταν αμέσως μετά τον εσπερινό της Αγάπης, στην εκκλησία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμβολικές χρἠσεις== &lt;br /&gt;
Η φλαούνα είναι αναστάσιμο σύμβολο για τους Κύπριους, συνδέεται με διάφορα πασχαλινά έθιμα και προσφέρεται ως κεραστικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φλαούνα είναι εορταστικός άρτος, γι' αυτό και είναι πολύ &amp;quot;πλούσια&amp;quot; σε υλικά. Δηλώνει τη χαρά της μεγάλης εορτής του Πάσχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποιες νοικοκυρές που φτιάχνουν τριγωνικές φλαούνες, σχηματίζουν στις τρεις άκριες που ενώνεται η πίτα τα σταυρωμένα χέρια του Ιησού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα παλαιότερα χρόνια μια ομάδα ατόμων γύριζε σε όλα τα σπίτια του χωριού και τραγουδούσαν το τραγούδι της φλαούνας. Οι κάτοικοι πρόσφεραν στην ομάδα 1-2 φλαούνες τις οποίες έβαζαν μέσα σε σακκούλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα χωριά της Πάφου παρασκευάζονται οι πασκιές - στρογγυλές φλαούνες περίπου στο μέγεθος μιας παλάμης με κομματάκια κρέατος τηγανισμένου με μπαχαρικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;table &amp;gt;&lt;br /&gt;
&amp;lt;tr&amp;gt;&lt;br /&gt;
&amp;lt;td width=&amp;quot;30%&amp;quot; align=&amp;quot;left&amp;quot; valign=&amp;quot;top&amp;quot;&amp;gt;__TOC__&amp;lt;/td&amp;gt;&amp;lt;td valign=&amp;quot;top&amp;quot; width=&amp;quot;70%&amp;quot;&amp;gt;{{#ev:youtube| MytrM1OMI4I| 250 |left|}}&amp;lt;/td&amp;gt;&lt;br /&gt;
&amp;lt;/table&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2517&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* http://koilani.info/html/gr-traditions.html&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2006). Κυπριακά παραδοσιακά παρασκευάσματα, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος  (2007). &amp;quot;Για την αγρότισσα: Πασχαλινά παρασκευάσματα&amp;quot;, Αγρότης, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2007.&lt;br /&gt;
* Φαρμακίδης, Ξ. (2000).  Άπαντα, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
*Προφορική μαρτυρία: Παναγιώτα Σάββα, 65 ετών από τον Άγιο Ιωάννη Αγρού. Καταγραφή: Έλενα Σάββα, Οκτώβρης 2010.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Φαγητά | Φαγητό και Ποτό]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A6%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CF%82&amp;diff=9363</id>
		<title>Φλαούνες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A6%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CF%82&amp;diff=9363"/>
		<updated>2018-10-08T19:39:18Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Φλαούνες&lt;br /&gt;
   |imagename=flaouna.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=πασχαλινό έδεσμα&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=προζύμι, αυγά και τυρί&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Η φλαούνα είναι το χαρακτηριστικότερο πασχαλινό έδεσμα που παρασκευάζεται και καταναλώνεται σχεδόν σε όλα τα νοικοκυριά της Κύπρου. Η γέμισή της, ο φωκός όπως λέγεται, ετοιμάζεται 4-5 ώρες νωρίτερα ή από το προηγούμενο βράδυ. Ζυμώνεται με παραδοσιακό προζύμι, αυγά και τυρί, ενώ προαιρετικά προστίθενται σταφιδάκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές Παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με Κύπριους μελετητές, πρόγονος της Φλαούνας θεωρείται η ‘παλάθη’, αρχαιοελληνική πίτα με σύκα. Το αντίστοιχο ρωμαϊκό ονομαζόταν ‘fladonis’, ενώ αργότερα οι Αγγλοσάξονες το ονόμασαν ‘flaon’, το σημερινό ‘flan’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Παλαιότερα την Κυριακή του Πάσχα δεν μαγείρευαν, αλλά έτρωγαν φλαούνες. Το γεύμα της Κυριακής του Πάσχα ήταν αμέσως μετά τον εσπερινό της Αγάπης, στην εκκλησία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμβολικές χρἠσεις== &lt;br /&gt;
Η φλαούνα είναι αναστάσιμο σύμβολο για τους Κύπριους, συνδέεται με διάφορα πασχαλινά έθιμα και προσφέρεται ως κεραστικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φλαούνα είναι εορταστικός άρτος, γι' αυτό και είναι πολύ &amp;quot;πλούσια&amp;quot; σε υλικά. Δηλώνει τη χαρά της μεγάλης εορτής του Πάσχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποιες νοικοκυρές που φτιάχνουν τριγωνικές φλαούνες, σχηματίζουν στις τρεις άκριες που ενώνεται η πίτα τα σταυρωμένα χέρια του Ιησού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα παλαιότερα χρόνια μια ομάδα ατόμων γύριζε σε όλα τα σπίτια του χωριού και τραγουδούσαν το τραγούδι της φλαούνας. Οι κάτοικοι πρόσφεραν στην ομάδα 1-2 φλαούνες τις οποίες έβαζαν μέσα σε σακκούλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα χωριά της Πάφου παρασκευάζονται οι πασκιές - στρογγυλές φλαούνες περίπου στο μέγεθος μιας παλάμης με κομματάκια κρέατος τηγανισμένου με μπαχαρικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2517&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* http://koilani.info/html/gr-traditions.html&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2006). Κυπριακά παραδοσιακά παρασκευάσματα, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος  (2007). &amp;quot;Για την αγρότισσα: Πασχαλινά παρασκευάσματα&amp;quot;, Αγρότης, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2007.&lt;br /&gt;
* Φαρμακίδης, Ξ. (2000).  Άπαντα, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
*Προφορική μαρτυρία: Παναγιώτα Σάββα, 65 ετών από τον Άγιο Ιωάννη Αγρού. Καταγραφή: Έλενα Σάββα, Οκτώβρης 2010.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Φαγητά | Φαγητό και Ποτό]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A6%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CF%82&amp;diff=9362</id>
		<title>Φλαούνες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A6%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CF%82&amp;diff=9362"/>
		<updated>2018-10-08T19:38:53Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Φλαούνες    |imagename=flaouna.jpg    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos=πασχαλινό έδεσμα    |allo_o...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Φλαούνες&lt;br /&gt;
   |imagename=flaouna.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=πασχαλινό έδεσμα&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=προζύμι, αυγά και τυρί&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Η φλαούνα είναι το χαρακτηριστικότερο πασχαλινό έδεσμα που παρασκευάζεται και καταναλώνεται σχεδόν σε όλα τα νοικοκυριά της Κύπρου. Η γέμισή της, ο φωκός όπως λέγεται, ετοιμάζεται 4-5 ώρες νωρίτερα ή από το προηγούμενο βράδυ. Ζυμώνεται με παραδοσιακό προζύμι, αυγά και τυρί, ενώ προαιρετικά προστίθενται σταφιδάκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές Παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με Κύπριους μελετητές, πρόγονος της Φλαούνας θεωρείται η ‘παλάθη’, αρχαιοελληνική πίτα με σύκα. Το αντίστοιχο ρωμαϊκό ονομαζόταν ‘fladonis’, ενώ αργότερα οι Αγγλοσάξονες το ονόμασαν ‘flaon’, το σημερινό ‘flan’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Παλαιότερα την Κυριακή του Πάσχα δεν μαγείρευαν, αλλά έτρωγαν φλαούνες. Το γεύμα της Κυριακής του Πάσχα ήταν αμέσως μετά τον εσπερινό της Αγάπης, στην εκκλησία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμβολικές χρἠσεις== &lt;br /&gt;
Η φλαούνα είναι αναστάσιμο σύμβολο για τους Κύπριους, συνδέεται με διάφορα πασχαλινά έθιμα και προσφέρεται ως κεραστικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φλαούνα είναι εορταστικός άρτος, γι' αυτό και είναι πολύ &amp;quot;πλούσια&amp;quot; σε υλικά. Δηλώνει τη χαρά της μεγάλης εορτής του Πάσχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποιες νοικοκυρές που φτιάχνουν τριγωνικές φλαούνες, σχηματίζουν στις τρεις άκριες που ενώνεται η πίτα τα σταυρωμένα χέρια του Ιησού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα παλαιότερα χρόνια μια ομάδα ατόμων γύριζε σε όλα τα σπίτια του χωριού και τραγουδούσαν το τραγούδι της φλαούνας. Οι κάτοικοι πρόσφεραν στην ομάδα 1-2 φλαούνες τις οποίες έβαζαν μέσα σε σακκούλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα χωριά της Πάφου παρασκευάζονται οι πασκιές - στρογγυλές φλαούνες περίπου στο μέγεθος μιας παλάμης με κομματάκια κρέατος τηγανισμένου με μπαχαρικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2517&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* http://koilani.info/html/gr-traditions.html&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2006). Κυπριακά παραδοσιακά παρασκευάσματα, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος  (2007). &amp;quot;Για την αγρότισσα: Πασχαλινά παρασκευάσματα&amp;quot;, Αγρότης, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2007.&lt;br /&gt;
* Φαρμακίδης, Ξ. (2000).  Άπαντα, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
*Προφορική μαρτυρία: Παναγιώτα Σάββα, 65 ετών από τον Άγιο Ιωάννη Αγρού. Καταγραφή: Έλενα Σάββα, Οκτώβρης 2010.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Φαγητά | Φαγητό και Ποτό]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Flaouna.jpg&amp;diff=9361</id>
		<title>File:Flaouna.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Flaouna.jpg&amp;diff=9361"/>
		<updated>2018-10-08T19:38:42Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9C%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%82_%CE%9B%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D&amp;diff=9360</id>
		<title>Μαξίλλες Λυσού</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9C%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%82_%CE%9B%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D&amp;diff=9360"/>
		<updated>2018-10-08T19:26:33Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Μαξίλλες Λυσού&lt;br /&gt;
   |imagename=maxilles.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=Γλυκό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Λυσός&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=  &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=καρύδια&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Οι Μαξίλλες Λυσού είναι είδος παστού (αποξηραμένου) σύκου που παρασκευάζεται στο χωριό Λυσός της επαρχίας Πάφου. Καταναλώνονται ως γλυκό ή με καρύδια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Πήραν το όνομά τους από την περιοχή, στην οποία κυρίως παράγονται. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Μαξίλλες πήραν το όνομά τους από τη λατινική λέξη “μαξίλλα” που σημαίνει “πρώιμο σύκο”. Επίσης, η ονομασία “μαξίλλες” σημαίνει παστό/πρώιμο σύκο και προέρχεται από τη λατινική λέξη “macilentus” που σημαίνει ισχνός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Τα σύκα, ενώ βρίσκονται στο δέντρο, αλείφονται στη μύτη με ελαιόλαδο που εμποτίζεται σε βαμβάκι, το οποίο είναι στερεωμένο στην άκρη καλαμιού με σκοπό την ωρίμανση πολλών καρπών ταυτόχρονα. Σε 7 περίπου μέρες, ο καρπός ωριμάζει και γίνεται η συγκομιδή. Τα σύκα απλώνονται στο έδαφος σε “νύσιους” (βελόνες των πεύκων) για 1-2 μέρες μέχρι να μαραθούν. Κόβονται στη μέση (χωρίς να διαχωριστούν) και αφήνονται για άλλες 3-4 μέρες για να “παστελλώσουν” (αποξηρανθούν). Στη συνέχεια, τοποθετούνται σε ζεστό νερό με μάραθο για 1-2 λεπτά, στραγγίζονται και αφήνονται να κρυώσουν/στεγνώσουν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2084&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Maxilles.jpg&amp;diff=9359</id>
		<title>File:Maxilles.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Maxilles.jpg&amp;diff=9359"/>
		<updated>2018-10-08T19:25:58Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9C%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%82_%CE%9B%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D&amp;diff=9358</id>
		<title>Μαξίλλες Λυσού</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9C%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%82_%CE%9B%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D&amp;diff=9358"/>
		<updated>2018-10-08T19:25:09Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Μαξίλλες Λυσού    |imagename=    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos=Γλυκό    |allo_onoma=    |perioxi_fim...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Μαξίλλες Λυσού&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=Γλυκό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Λυσός&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=  &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=καρύδια&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Οι Μαξίλλες Λυσού είναι είδος παστού (αποξηραμένου) σύκου που παρασκευάζεται στο χωριό Λυσός της επαρχίας Πάφου. Καταναλώνονται ως γλυκό ή με καρύδια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Πήραν το όνομά τους από την περιοχή, στην οποία κυρίως παράγονται. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Μαξίλλες πήραν το όνομά τους από τη λατινική λέξη “μαξίλλα” που σημαίνει “πρώιμο σύκο”. Επίσης, η ονομασία “μαξίλλες” σημαίνει παστό/πρώιμο σύκο και προέρχεται από τη λατινική λέξη “macilentus” που σημαίνει ισχνός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Τα σύκα, ενώ βρίσκονται στο δέντρο, αλείφονται στη μύτη με ελαιόλαδο που εμποτίζεται σε βαμβάκι, το οποίο είναι στερεωμένο στην άκρη καλαμιού με σκοπό την ωρίμανση πολλών καρπών ταυτόχρονα. Σε 7 περίπου μέρες, ο καρπός ωριμάζει και γίνεται η συγκομιδή. Τα σύκα απλώνονται στο έδαφος σε “νύσιους” (βελόνες των πεύκων) για 1-2 μέρες μέχρι να μαραθούν. Κόβονται στη μέση (χωρίς να διαχωριστούν) και αφήνονται για άλλες 3-4 μέρες για να “παστελλώσουν” (αποξηρανθούν). Στη συνέχεια, τοποθετούνται σε ζεστό νερό με μάραθο για 1-2 λεπτά, στραγγίζονται και αφήνονται να κρυώσουν/στεγνώσουν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2084&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%91%CF%81%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%9F%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%85%CF%82&amp;diff=9357</id>
		<title>Αρκατένα Ομόδους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%91%CF%81%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%9F%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%85%CF%82&amp;diff=9357"/>
		<updated>2018-10-08T19:17:18Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Αρκατένα Ομόδους&lt;br /&gt;
   |imagename=arkatena.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=Κουλούρι&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Όμοδος και Κοιλάνι&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=προζύμι από αφρό που παράγεται λόγω ζύμωσης των ρεβιθιών&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα Αρκατένα είναι είδος κουλουριού που ζυμώνεται με προζύμι από αφρό που παράγεται λόγω ζύμωσης των ρεβιθιών (“Αρκάτης”). Κατασκευάζονται κυρίως στα χωριά Όμοδος και Κοιλάνι της επαρχίας Λεμεσού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία==&lt;br /&gt;
“Σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία στα βουνά έψηναν τα γνωστά “ποξαμάτια του εργάτη“, από ένα μίγμα από δημητριακά, κουκιά και ρεβυθάλευρο”. Η ονομασία “Αρκατένο” πιθανότατα προέρχεται από τη λέξη “εργάτης“ λόγω της πολύωρης διαδικασίας παρασκευής του “Αρκάτη”. Παλαιότερα, τα Αρκατένα προσφέρονταν σε επισκέψεις, βαφτίσια και γάμους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Τα αρκατένα μπορούν να καταναλωθούν είτε ως μαλακά κουλούρια είτε ψωμιά (παννυσίδες) ή ως παξιμάδια. Άλλοτε χρησιμοποιούνταν ως ψωμί και άλλοτε τα έψηναν μια ολόκληρη ημέρα για να φτιάξουν παξιμάδια. Τα παξιμάδια διατηρούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Εορταστικές περιστάσεις==&lt;br /&gt;
Την παλιά εποχή, τα αρκατένα γίνονταν πάντα το Δεκαπενταύγουστο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τη διάρκεια των τελετουργιών του γάμου, το κέρασμα με αρκατένα, εφτάζυμα, ήταν πολύ συνηθισμένο. Ήταν μικρά παξιμαδάκια που τα έβαζαν σε τσέστον και τα προσέφεραν ως συνοδευτικό, κυρίως στο ποτό. Τα έφτιαχναν την Πέμπτη και κερνούσαν την Παρασκευή που θα έκανε το λουτρό της η νύφη, το Σάββατο μετά το κρεββάτι και την Κυριακή μετά την εκκλησία. Στα χωριά που έκαναν αρκατένα,το Σάββατο στο ράψιμο του κρεββατιού του ζευγαριού κερνούσαν τους καλεσμένους με αρκατένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμπληρωματικά στοιχεία==&lt;br /&gt;
Αναφέρεται ότι την τεχνική του εφτάζυμου στην Κύπρο έφερε η Χατζηστασού από τη Σμύρνη, η οποία είχε παντρευτεί έναν Μοδίτη [κάτοικο Ομόδους] γύρω στα 1860. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Ρίχτερ (1913) στα περιηγητικά της κείμενα αναφέρει για τα αρκατένα: «Σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία στα βουνά έψηναν τα γνωστά «ποξαμάτια του εργάτη», από ένα μίγμα από δημητριακά, κουκιά και ρεβυθάλευρο».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τη διαδικασία παρασκευής των αρκατένων δεν την έλεγαν στους άλλους, την κρατούσαν μυστική, έτσι λίγες γυναίκες, κυρίως στα χωριά Κοιλάνι και Όμοδος, ήξεραν να &amp;quot;καθίσκουν αρκάτην&amp;quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Εφταζυμίτικο ψωμί&amp;quot; με μαγιά από τον αφρό των ρεβιθιών ζυμώνουν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στη Ρόδο, αλλά σε διαφορετικό χρόνο. Σε χωριά κοντά στα Τρίκαλα το ζυμώναν το καλοκαίρι, ενώ στα Τρίκαλα το έκαναν στο γάμο και στις γιορτές και στη Μάδυτο της Μ. Ασίας το Δεκαπενταύγουστο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαρακτηριστικό είναι ότι με την παρασκευή του &amp;quot;εφταζυμίτικου ψωμιού&amp;quot; συνδέονται πολλές προλήψεις. Στα Τρίκαλα βάζουν &amp;quot;χρυσό δακτυλίδι στο νερό, για να μη ματιάζεται το ψωμί&amp;quot;, ενώ στα χωριά των Τρικάλων δεν το έλεγαν στους γείτονες, για να μη ματιαστεί και δεν έχει επιτυχία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Κύπρο δεν έλεγαν το μυστικό τρόπο παρασκευής του προζυμιού, γιατί πίστευαν ότι αν το έλεγαν, το προζύμι θα έχανε τη δύναμη του. Εκτός από τη μυστικότητα που τηρούσαν στην Κύπρο για τον τρόπο παρασκευής του προζυμιού και το γεγονός ότι άλεθαν τα ρεβίθια ανάποδα, αλλά και η ιδιαίτερη σημασία που έδιναν στην ώρα, αφού έπρεπε να γίνει μεσάνυχτα, φανερώνουν τη προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν και μαγικά στοιχεία στην όλη διαδικασία της ετοιμασίας του προζυμιού, για να εξασφαλιστεί η επιτυχία του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φράση «Εν κουλούρι αρκατένο τούτος», λέγεται για ανθρώπους που είναι θύματα εκμετάλλευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Αλεσμένα ρεβίθια και πιπερόριζα (τζίτζερ) τοποθετούνται σε βραστό νερό το πρωί. Μέχρι αργά το βράδυ αρχίζει να ανεβαίνει αφρός στην επιφάνεια. Κατά τη διάρκεια της νύκτας και μέχρι το επόμενο πρωί, ο αφρός αυτός (“Αρκάτης”) συλλέγεται σταδιακά και τοποθετείται σε δοχείο όπου σκεπάζεται με λίγο αλεύρι. Στη συνέχεια “ανατζηνείται” και αναμένεται να “μπει” (να φουσκώσει). Τότε, ζυμώνεται σε σκάφη με αλεύρι και διάφορα μπαχαρικά όπως μαστίχα, μέχλεπι, μοσχοκάρυδο, κ.ά. Στη συνέχεια, το ζυμάρι πλάθεται σε κουλούρια τα οποία ψήνονται σε φούρνο που έχει ήδη πυρωθεί (προθερμανθεί). Μετά το ξεφούρνισμα, και για να παραχθεί σκληρό παξιμάδι, τα μαλακά κουλούρια ξαναφουρνίζονται (αφού πρώτα κρυώσουν) για 5-6 ώρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/1700#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Γιαγκουλλής Κ. Γ. (2009), Θησαυρός κυπριακής διαλέκτου. Ερμηνευτικό, Ετυμολογικό, Φρασεολογικό και Ονοματολογικό Λεξικό της Μεσαιωνικής και Νεότερης Κυπριακής Διαλέκτου, Εκδόσεις Theopress, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Ιωνάς Ι. (2001), Τα παραδοσιακά επαγγέλματα της Κύπρου, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, ΧΧΧVΙΙ, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Κυπρή Θ. Δ. (επιμ.) (1979 [2002²]), Υλικά διά την σύνταξιν ιστορικού λεξικού της κυπριακής διαλέκτου, Μέρος Α΄, Γλωσσάριον Γεωργίου Λουκά, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XLI, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Κυπρή Θ. - Πρωτοπαπά Κ. Α. (2003), Παραδοσιακά ζυμώματα της Κύπρου. Η χρήση και η σημασία τους στην εθιμική ζωή, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, ΧVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Παυλίδης Α. (επιμ.) (1985), Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ. 2, Φιλόκυπρος, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
*Πέτρου-Ποιητού, Ε. (2013). Από πού κρατάει η σκούφια τους, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Πιλαβάκης, Κ.Α. (1968). &amp;quot;Συμβολή στη μελέτη της φωνητικής του κυπριακού ιδιώματος&amp;quot;, Κυπριακαί Σπουδαί, ΛΒ΄.&lt;br /&gt;
*Πρωτοπαπά Κ. (2005), Έθιμα του παραδοσιακού γάμου στην Κύπρο, τ. Α΄- Β΄, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XLV, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Arkatena.jpg&amp;diff=9356</id>
		<title>File:Arkatena.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Arkatena.jpg&amp;diff=9356"/>
		<updated>2018-10-08T19:16:51Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%91%CF%81%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%9F%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%85%CF%82&amp;diff=9355</id>
		<title>Αρκατένα Ομόδους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%91%CF%81%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%9F%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%85%CF%82&amp;diff=9355"/>
		<updated>2018-10-08T19:16:00Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Αρκατένα Ομόδους    |imagename=    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos=Κουλούρι    |allo_onoma=    |p...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Αρκατένα Ομόδους&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=Κουλούρι&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Όμοδος και Κοιλάνι&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=προζύμι από αφρό που παράγεται λόγω ζύμωσης των ρεβιθιών&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα Αρκατένα είναι είδος κουλουριού που ζυμώνεται με προζύμι από αφρό που παράγεται λόγω ζύμωσης των ρεβιθιών (“Αρκάτης”). Κατασκευάζονται κυρίως στα χωριά Όμοδος και Κοιλάνι της επαρχίας Λεμεσού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία==&lt;br /&gt;
“Σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία στα βουνά έψηναν τα γνωστά “ποξαμάτια του εργάτη“, από ένα μίγμα από δημητριακά, κουκιά και ρεβυθάλευρο”. Η ονομασία “Αρκατένο” πιθανότατα προέρχεται από τη λέξη “εργάτης“ λόγω της πολύωρης διαδικασίας παρασκευής του “Αρκάτη”. Παλαιότερα, τα Αρκατένα προσφέρονταν σε επισκέψεις, βαφτίσια και γάμους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Τα αρκατένα μπορούν να καταναλωθούν είτε ως μαλακά κουλούρια είτε ψωμιά (παννυσίδες) ή ως παξιμάδια. Άλλοτε χρησιμοποιούνταν ως ψωμί και άλλοτε τα έψηναν μια ολόκληρη ημέρα για να φτιάξουν παξιμάδια. Τα παξιμάδια διατηρούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Εορταστικές περιστάσεις==&lt;br /&gt;
Την παλιά εποχή, τα αρκατένα γίνονταν πάντα το Δεκαπενταύγουστο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τη διάρκεια των τελετουργιών του γάμου, το κέρασμα με αρκατένα, εφτάζυμα, ήταν πολύ συνηθισμένο. Ήταν μικρά παξιμαδάκια που τα έβαζαν σε τσέστον και τα προσέφεραν ως συνοδευτικό, κυρίως στο ποτό. Τα έφτιαχναν την Πέμπτη και κερνούσαν την Παρασκευή που θα έκανε το λουτρό της η νύφη, το Σάββατο μετά το κρεββάτι και την Κυριακή μετά την εκκλησία. Στα χωριά που έκαναν αρκατένα,το Σάββατο στο ράψιμο του κρεββατιού του ζευγαριού κερνούσαν τους καλεσμένους με αρκατένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμπληρωματικά στοιχεία==&lt;br /&gt;
Αναφέρεται ότι την τεχνική του εφτάζυμου στην Κύπρο έφερε η Χατζηστασού από τη Σμύρνη, η οποία είχε παντρευτεί έναν Μοδίτη [κάτοικο Ομόδους] γύρω στα 1860. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Ρίχτερ (1913) στα περιηγητικά της κείμενα αναφέρει για τα αρκατένα: «Σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία στα βουνά έψηναν τα γνωστά «ποξαμάτια του εργάτη», από ένα μίγμα από δημητριακά, κουκιά και ρεβυθάλευρο».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τη διαδικασία παρασκευής των αρκατένων δεν την έλεγαν στους άλλους, την κρατούσαν μυστική, έτσι λίγες γυναίκες, κυρίως στα χωριά Κοιλάνι και Όμοδος, ήξεραν να &amp;quot;καθίσκουν αρκάτην&amp;quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Εφταζυμίτικο ψωμί&amp;quot; με μαγιά από τον αφρό των ρεβιθιών ζυμώνουν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στη Ρόδο, αλλά σε διαφορετικό χρόνο. Σε χωριά κοντά στα Τρίκαλα το ζυμώναν το καλοκαίρι, ενώ στα Τρίκαλα το έκαναν στο γάμο και στις γιορτές και στη Μάδυτο της Μ. Ασίας το Δεκαπενταύγουστο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαρακτηριστικό είναι ότι με την παρασκευή του &amp;quot;εφταζυμίτικου ψωμιού&amp;quot; συνδέονται πολλές προλήψεις. Στα Τρίκαλα βάζουν &amp;quot;χρυσό δακτυλίδι στο νερό, για να μη ματιάζεται το ψωμί&amp;quot;, ενώ στα χωριά των Τρικάλων δεν το έλεγαν στους γείτονες, για να μη ματιαστεί και δεν έχει επιτυχία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Κύπρο δεν έλεγαν το μυστικό τρόπο παρασκευής του προζυμιού, γιατί πίστευαν ότι αν το έλεγαν, το προζύμι θα έχανε τη δύναμη του. Εκτός από τη μυστικότητα που τηρούσαν στην Κύπρο για τον τρόπο παρασκευής του προζυμιού και το γεγονός ότι άλεθαν τα ρεβίθια ανάποδα, αλλά και η ιδιαίτερη σημασία που έδιναν στην ώρα, αφού έπρεπε να γίνει μεσάνυχτα, φανερώνουν τη προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν και μαγικά στοιχεία στην όλη διαδικασία της ετοιμασίας του προζυμιού, για να εξασφαλιστεί η επιτυχία του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φράση «Εν κουλούρι αρκατένο τούτος», λέγεται για ανθρώπους που είναι θύματα εκμετάλλευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Αλεσμένα ρεβίθια και πιπερόριζα (τζίτζερ) τοποθετούνται σε βραστό νερό το πρωί. Μέχρι αργά το βράδυ αρχίζει να ανεβαίνει αφρός στην επιφάνεια. Κατά τη διάρκεια της νύκτας και μέχρι το επόμενο πρωί, ο αφρός αυτός (“Αρκάτης”) συλλέγεται σταδιακά και τοποθετείται σε δοχείο όπου σκεπάζεται με λίγο αλεύρι. Στη συνέχεια “ανατζηνείται” και αναμένεται να “μπει” (να φουσκώσει). Τότε, ζυμώνεται σε σκάφη με αλεύρι και διάφορα μπαχαρικά όπως μαστίχα, μέχλεπι, μοσχοκάρυδο, κ.ά. Στη συνέχεια, το ζυμάρι πλάθεται σε κουλούρια τα οποία ψήνονται σε φούρνο που έχει ήδη πυρωθεί (προθερμανθεί). Μετά το ξεφούρνισμα, και για να παραχθεί σκληρό παξιμάδι, τα μαλακά κουλούρια ξαναφουρνίζονται (αφού πρώτα κρυώσουν) για 5-6 ώρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/1700#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Γιαγκουλλής Κ. Γ. (2009), Θησαυρός κυπριακής διαλέκτου. Ερμηνευτικό, Ετυμολογικό, Φρασεολογικό και Ονοματολογικό Λεξικό της Μεσαιωνικής και Νεότερης Κυπριακής Διαλέκτου, Εκδόσεις Theopress, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Ιωνάς Ι. (2001), Τα παραδοσιακά επαγγέλματα της Κύπρου, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, ΧΧΧVΙΙ, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Κυπρή Θ. Δ. (επιμ.) (1979 [2002²]), Υλικά διά την σύνταξιν ιστορικού λεξικού της κυπριακής διαλέκτου, Μέρος Α΄, Γλωσσάριον Γεωργίου Λουκά, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XLI, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Κυπρή Θ. - Πρωτοπαπά Κ. Α. (2003), Παραδοσιακά ζυμώματα της Κύπρου. Η χρήση και η σημασία τους στην εθιμική ζωή, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, ΧVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Παυλίδης Α. (επιμ.) (1985), Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ. 2, Φιλόκυπρος, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
*Πέτρου-Ποιητού, Ε. (2013). Από πού κρατάει η σκούφια τους, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Πιλαβάκης, Κ.Α. (1968). &amp;quot;Συμβολή στη μελέτη της φωνητικής του κυπριακού ιδιώματος&amp;quot;, Κυπριακαί Σπουδαί, ΛΒ΄.&lt;br /&gt;
*Πρωτοπαπά Κ. (2005), Έθιμα του παραδοσιακού γάμου στην Κύπρο, τ. Α΄- Β΄, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XLV, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9A%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B1_%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CE%AE%CF%82&amp;diff=9353</id>
		<title>Κυπριακή πατάτα κοκκινογής</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9A%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B1_%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CE%AE%CF%82&amp;diff=9353"/>
		<updated>2018-10-08T18:52:34Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Κυπριακή πατάτα κοκκινογής&lt;br /&gt;
   |imagename=kipriaki-patata-kokkinogis.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= &lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Κοκκινοχώρια, Ακάκι, Περιστερώνα και Αστρομερίτης&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=  &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=οφτή στο φούρνο, ψητή, βραστή, τηγανιτή, γεμιστή, πουρέ&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Η κυπριακή πατάτα φημίζεται για την υπέροχη γεύση και τη σφικτή της υφή. Διακρίνεται εύκολα από το κοκκινωπό της χρώμα που αποκτάται από το εύφορο κόκκινο χώμα των Κοκκινοχωριών όπου κυρίως καλλιεργείται. Καλλιεργείται επίσης στην περιοχή δυτικά της Λευκωσίας (Ακάκι, Περιστερώνα και Αστρομερίτης). Οι κύριες καλλιεργήσιμες ποικιλίες είναι η Spunta, Marfona, Cara, Nicola, Sieglinde, Diamant, Timate, Liseta, Charlotte, Ditta, Filea, Superstar, κ.ά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η κυπριακή πατάτα φημίζεται για την υπέροχη γεύση και τη σφικτή της υφή. Διακρίνεται εύκολα από το κοκκινωπό της χρώμα που αποκτάται από το εύφορο κόκκινο χώμα των Κοκκινοχωριών όπου κυρίως καλλιεργείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καλλιεργείται επίσης στην περιοχή δυτικά της Λευκωσίας (Ακάκι, Περιστερώνα και Αστρομερίτης). Οι κύριες καλλιεργήσιμες ποικιλίες είναι η Spunta, Marfona, Cara, Nicola, Sieglinde, Diamant, Timate, Liseta, Charlotte, Ditta, Filea, Superstar, κ.ά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ακριβής περίοδος και οι συνθήκες εισαγωγής της πατάτας στην Κύπρο δεν είναι τεκμηριωμένες. Οι πατάτες ήταν σημαντικό καλλιεργούμενο είδος διατροφής στο νησί προτού η Κύπρος γίνει αγγλική αποικία το 1878. Η πρώτη αναφερόμενη εισαγωγή σπόρων πατάτας είναι το 1909. Μέχρι την Ανεξαρτησία το 1960, το νησί εξήγαγε πατάτες κυρίως στη Μ. Βρετανία και Δυτική Ευρώπη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Πατάτες που καλλιεργούνται σε χώμα κοκκινωπού χρώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Το όνομά της προέρχεται από το κοκκινωπό της χρώμα που αποκτάται από το εύφορο κόκκινο χώμα των Κοκκινοχωριών όπου κυρίως καλλιεργείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Οι πατάτες καλλιεργούνται σε δυο κύριες καλλιεργητικές περιόδους. Για την ανοιξιάτικη καλλιέργεια, η φύτευση γίνεται το  οέμβριο/Φεβρουάριο και η συγκομιδή τον Απρίλιο/Ιούνιο. Για αυτή την καλλιέργεια, ο πατατόσπορος συνήθως εισάγεται και είναι πιστοποιημένος. Ένα μέρος της ανοιξιάτικης καλλιέργειας διατηρείται ως σπόρος για τη φθινοπωρινή καλλιέργεια, η φύτευση της οποίας γίνεται τον Αύγουστο/Οκτώβριο και η συγκομιδή το Νοέμβριο/Δεκέμβριο. Τόσο η ανοιξιάτικη όσο και η χειμερινή καλλιέργεια αρδεύονται. Μετά την εκρίζωση, οι κόνδυλοι συλλέγονται με το χέρι ή με ειδικές μηχανές και η συσκευασία των πατατών γίνεται στο χωράφι για να εξασφαλίζεται η φρεσκάδα τους. Συνήθως, γίνεται αμειψισπορά με σιτηρά του χειμώνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Μπορεί να μαγειρευτεί με πολλούς τρόπους όπως οφτή στο φούρνο, ψητή, βραστή, τηγανιτή, γεμιστή, πουρέ, κ.λπ. Χρησιμοποιείται επίσης ως συστατικό σε διάφορα άλλα φαγητά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2073#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Kipriaki-patata-kokkinogis.jpg&amp;diff=9352</id>
		<title>File:Kipriaki-patata-kokkinogis.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Kipriaki-patata-kokkinogis.jpg&amp;diff=9352"/>
		<updated>2018-10-08T18:52:21Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9A%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B1_%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CE%AE%CF%82&amp;diff=9351</id>
		<title>Κυπριακή πατάτα κοκκινογής</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9A%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B1_%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CE%AE%CF%82&amp;diff=9351"/>
		<updated>2018-10-08T18:49:45Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Κυπριακή πατάτα κοκκινογής    |imagename=    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos=     |allo_onoma=...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Κυπριακή πατάτα κοκκινογής&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= &lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Κοκκινοχώρια, Ακάκι, Περιστερώνα και Αστρομερίτης&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=  &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=οφτή στο φούρνο, ψητή, βραστή, τηγανιτή, γεμιστή, πουρέ&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Η κυπριακή πατάτα φημίζεται για την υπέροχη γεύση και τη σφικτή της υφή. Διακρίνεται εύκολα από το κοκκινωπό της χρώμα που αποκτάται από το εύφορο κόκκινο χώμα των Κοκκινοχωριών όπου κυρίως καλλιεργείται. Καλλιεργείται επίσης στην περιοχή δυτικά της Λευκωσίας (Ακάκι, Περιστερώνα και Αστρομερίτης). Οι κύριες καλλιεργήσιμες ποικιλίες είναι η Spunta, Marfona, Cara, Nicola, Sieglinde, Diamant, Timate, Liseta, Charlotte, Ditta, Filea, Superstar, κ.ά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η κυπριακή πατάτα φημίζεται για την υπέροχη γεύση και τη σφικτή της υφή. Διακρίνεται εύκολα από το κοκκινωπό της χρώμα που αποκτάται από το εύφορο κόκκινο χώμα των Κοκκινοχωριών όπου κυρίως καλλιεργείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καλλιεργείται επίσης στην περιοχή δυτικά της Λευκωσίας (Ακάκι, Περιστερώνα και Αστρομερίτης). Οι κύριες καλλιεργήσιμες ποικιλίες είναι η Spunta, Marfona, Cara, Nicola, Sieglinde, Diamant, Timate, Liseta, Charlotte, Ditta, Filea, Superstar, κ.ά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ακριβής περίοδος και οι συνθήκες εισαγωγής της πατάτας στην Κύπρο δεν είναι τεκμηριωμένες. Οι πατάτες ήταν σημαντικό καλλιεργούμενο είδος διατροφής στο νησί προτού η Κύπρος γίνει αγγλική αποικία το 1878. Η πρώτη αναφερόμενη εισαγωγή σπόρων πατάτας είναι το 1909. Μέχρι την Ανεξαρτησία το 1960, το νησί εξήγαγε πατάτες κυρίως στη Μ. Βρετανία και Δυτική Ευρώπη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Πατάτες που καλλιεργούνται σε χώμα κοκκινωπού χρώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Το όνομά της προέρχεται από το κοκκινωπό της χρώμα που αποκτάται από το εύφορο κόκκινο χώμα των Κοκκινοχωριών όπου κυρίως καλλιεργείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Οι πατάτες καλλιεργούνται σε δυο κύριες καλλιεργητικές περιόδους. Για την ανοιξιάτικη καλλιέργεια, η φύτευση γίνεται το  οέμβριο/Φεβρουάριο και η συγκομιδή τον Απρίλιο/Ιούνιο. Για αυτή την καλλιέργεια, ο πατατόσπορος συνήθως εισάγεται και είναι πιστοποιημένος. Ένα μέρος της ανοιξιάτικης καλλιέργειας διατηρείται ως σπόρος για τη φθινοπωρινή καλλιέργεια, η φύτευση της οποίας γίνεται τον Αύγουστο/Οκτώβριο και η συγκομιδή το Νοέμβριο/Δεκέμβριο. Τόσο η ανοιξιάτικη όσο και η χειμερινή καλλιέργεια αρδεύονται. Μετά την εκρίζωση, οι κόνδυλοι συλλέγονται με το χέρι ή με ειδικές μηχανές και η συσκευασία των πατατών γίνεται στο χωράφι για να εξασφαλίζεται η φρεσκάδα τους. Συνήθως, γίνεται αμειψισπορά με σιτηρά του χειμώνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Μπορεί να μαγειρευτεί με πολλούς τρόπους όπως οφτή στο φούρνο, ψητή, βραστή, τηγανιτή, γεμιστή, πουρέ, κ.λπ. Χρησιμοποιείται επίσης ως συστατικό σε διάφορα άλλα φαγητά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2073#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9349</id>
		<title>Χαλίτζια Τηλλυρίας</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9349"/>
		<updated>2018-10-08T18:41:28Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Χαλίτζια Τηλλυρίας&lt;br /&gt;
   |imagename=xalitziatillirias.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption=&lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=Μαλακό τυρί&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Τηλλυρία και Τσακκίστρα&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι μαλακό τυρί, λευκού χρώματος, με τρύπες και υπόξινη γεύση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με τους τοπικούς παραγωγούς της Τυλληρίας, η τεχνογνωσία παραγωγής του προϊόντος έχει μεταφερθεί από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι είδος μαλακού, λευκού τυριού, με τρύπες και υπόξινη γεύση. Παρασκευάζονται στην περιοχή Τηλλυρίας αλλά και της Τσακκίστρας, από νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την παρασκευή των χαλιτζιών χρησιιμοποιείτο το γάλα που παραλάμβανοταν μέσα στους καλοκαιρινούς μήνες, όταν τα πρόβατα έβοσκαν τα υπολείματα του θερισμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον Μάιο – Ιούνιο παραγόταν, ειδικά στην περιοχή της Τηλλυρίας, η καλύτερη ποιότητα ενός άλλου μαλακού τυριού, τα χαλίτζια. Ήταν η εποχή που τα πρόβατα και οι αίγες έβοσκαν τα υπολείμματα του θερισμού των σιτηρών και είχαν καλό γάλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρασκεύαζαν το τυρόπηγμα όπως στο χαλλούμι και το έσφιγγαν μέσα σε ταλάρκα. Κατόπιν, βγάζοντάς το από το ταλάριν, το έκοβαν σε φέτες πάχους δύο εκ. περίπου, αλάτιζαν τις φέτες και τις άφηναν σε λεκάνη να κρυώσουν. Την επόμενη μέρα τις τοποθετούσαν σε δοχείο με αλατισμένο τυρόγαλα, όπου τα χαλίτζια μπορούσαν να διατηρηθούν μέχρι ένα χρόνο. Το τυρί αυτό έχει υπόξινη γεύση και τρύπες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Η λέξη χαλίτζια προέρχεται από τη λέξη χαλίκι. Επομένως πιθανόν να ονομάστηκαν έτσι διότι μοιάζουν  στο σχήμα με βότσαλα και χαλίκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Χρησιμοποιείται νωπό γάλα αμέσως μετά το άρμεγμα. Αφού φιλτραριστεί μέσα από λεπτό και με πυκνή ύφανση τυρόπανο, προστίθεται πυτιά και αφήνεται περίπου 1 ώρα για να πήξει. Το τυρόπηγμα τοποθετείται σε ταλάρια και πιέζεται ελαφρά με το χέρι. Αφαιρείται από τα ταλάρια, κόβεται σε τέσσερα κομμάτια, αλατίζεται και τοποθετείται σε νορό χωρίς την αφαίρεση της αναρής (ο νορός που περισσεύει χρησιμοποιείται για παρασκευή αναρής). Σε χαμηλές θερμοκρασίες, για την ωρίμανση του τυριού απαιτούνται μέχρι και 40 ημέρες, ενώ σε ψηλές θερμοκρασίες, αυτή επιτυγχάνεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας διατηρούνται σε άλμη νορού για περίπου 4 μήνες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Καταναλώνονται είτε κομμένα στη σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χαλίτζια, τα διατηρούσαν σε άλμη πολλούς μήνες &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2063#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Κυπριανου Χ. (1970). Μερικές κυπριακές τροφές του χωριού Τσακκίστρα. Λάπηθος, Εκδόσεις Γυμνασίου Λαπήθου, 1970.&lt;br /&gt;
* Οικονομίδης Σ. (2004) Το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα της Κύπρου με ιδιαίτερη αναφορά στο τυρί χαλλούμι, Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Xalitziatillirias.jpg&amp;diff=9348</id>
		<title>File:Xalitziatillirias.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Xalitziatillirias.jpg&amp;diff=9348"/>
		<updated>2018-10-08T18:41:08Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9347</id>
		<title>Χαλίτζια Τηλλυρίας</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9347"/>
		<updated>2018-10-08T18:39:56Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Χαλίτζια Τηλλυρίας&lt;br /&gt;
   |imagename=xalitzia.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption=&lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=Μαλακό τυρί&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Τηλλυρία και Τσακκίστρα&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι μαλακό τυρί, λευκού χρώματος, με τρύπες και υπόξινη γεύση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με τους τοπικούς παραγωγούς της Τυλληρίας, η τεχνογνωσία παραγωγής του προϊόντος έχει μεταφερθεί από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι είδος μαλακού, λευκού τυριού, με τρύπες και υπόξινη γεύση. Παρασκευάζονται στην περιοχή Τηλλυρίας αλλά και της Τσακκίστρας, από νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την παρασκευή των χαλιτζιών χρησιιμοποιείτο το γάλα που παραλάμβανοταν μέσα στους καλοκαιρινούς μήνες, όταν τα πρόβατα έβοσκαν τα υπολείματα του θερισμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον Μάιο – Ιούνιο παραγόταν, ειδικά στην περιοχή της Τηλλυρίας, η καλύτερη ποιότητα ενός άλλου μαλακού τυριού, τα χαλίτζια. Ήταν η εποχή που τα πρόβατα και οι αίγες έβοσκαν τα υπολείμματα του θερισμού των σιτηρών και είχαν καλό γάλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρασκεύαζαν το τυρόπηγμα όπως στο χαλλούμι και το έσφιγγαν μέσα σε ταλάρκα. Κατόπιν, βγάζοντάς το από το ταλάριν, το έκοβαν σε φέτες πάχους δύο εκ. περίπου, αλάτιζαν τις φέτες και τις άφηναν σε λεκάνη να κρυώσουν. Την επόμενη μέρα τις τοποθετούσαν σε δοχείο με αλατισμένο τυρόγαλα, όπου τα χαλίτζια μπορούσαν να διατηρηθούν μέχρι ένα χρόνο. Το τυρί αυτό έχει υπόξινη γεύση και τρύπες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Η λέξη χαλίτζια προέρχεται από τη λέξη χαλίκι. Επομένως πιθανόν να ονομάστηκαν έτσι διότι μοιάζουν  στο σχήμα με βότσαλα και χαλίκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Χρησιμοποιείται νωπό γάλα αμέσως μετά το άρμεγμα. Αφού φιλτραριστεί μέσα από λεπτό και με πυκνή ύφανση τυρόπανο, προστίθεται πυτιά και αφήνεται περίπου 1 ώρα για να πήξει. Το τυρόπηγμα τοποθετείται σε ταλάρια και πιέζεται ελαφρά με το χέρι. Αφαιρείται από τα ταλάρια, κόβεται σε τέσσερα κομμάτια, αλατίζεται και τοποθετείται σε νορό χωρίς την αφαίρεση της αναρής (ο νορός που περισσεύει χρησιμοποιείται για παρασκευή αναρής). Σε χαμηλές θερμοκρασίες, για την ωρίμανση του τυριού απαιτούνται μέχρι και 40 ημέρες, ενώ σε ψηλές θερμοκρασίες, αυτή επιτυγχάνεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας διατηρούνται σε άλμη νορού για περίπου 4 μήνες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Καταναλώνονται είτε κομμένα στη σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χαλίτζια, τα διατηρούσαν σε άλμη πολλούς μήνες &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2063#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Κυπριανου Χ. (1970). Μερικές κυπριακές τροφές του χωριού Τσακκίστρα. Λάπηθος, Εκδόσεις Γυμνασίου Λαπήθου, 1970.&lt;br /&gt;
* Οικονομίδης Σ. (2004) Το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα της Κύπρου με ιδιαίτερη αναφορά στο τυρί χαλλούμι, Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9346</id>
		<title>Χαλίτζια Τηλλυρίας</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9346"/>
		<updated>2018-10-08T18:39:31Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Χαλίτζια Τηλλυρίας&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption=xalitzia.jpg&lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=Μαλακό τυρί&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Τηλλυρία και Τσακκίστρα&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι μαλακό τυρί, λευκού χρώματος, με τρύπες και υπόξινη γεύση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με τους τοπικούς παραγωγούς της Τυλληρίας, η τεχνογνωσία παραγωγής του προϊόντος έχει μεταφερθεί από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι είδος μαλακού, λευκού τυριού, με τρύπες και υπόξινη γεύση. Παρασκευάζονται στην περιοχή Τηλλυρίας αλλά και της Τσακκίστρας, από νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την παρασκευή των χαλιτζιών χρησιιμοποιείτο το γάλα που παραλάμβανοταν μέσα στους καλοκαιρινούς μήνες, όταν τα πρόβατα έβοσκαν τα υπολείματα του θερισμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον Μάιο – Ιούνιο παραγόταν, ειδικά στην περιοχή της Τηλλυρίας, η καλύτερη ποιότητα ενός άλλου μαλακού τυριού, τα χαλίτζια. Ήταν η εποχή που τα πρόβατα και οι αίγες έβοσκαν τα υπολείμματα του θερισμού των σιτηρών και είχαν καλό γάλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρασκεύαζαν το τυρόπηγμα όπως στο χαλλούμι και το έσφιγγαν μέσα σε ταλάρκα. Κατόπιν, βγάζοντάς το από το ταλάριν, το έκοβαν σε φέτες πάχους δύο εκ. περίπου, αλάτιζαν τις φέτες και τις άφηναν σε λεκάνη να κρυώσουν. Την επόμενη μέρα τις τοποθετούσαν σε δοχείο με αλατισμένο τυρόγαλα, όπου τα χαλίτζια μπορούσαν να διατηρηθούν μέχρι ένα χρόνο. Το τυρί αυτό έχει υπόξινη γεύση και τρύπες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Η λέξη χαλίτζια προέρχεται από τη λέξη χαλίκι. Επομένως πιθανόν να ονομάστηκαν έτσι διότι μοιάζουν  στο σχήμα με βότσαλα και χαλίκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Χρησιμοποιείται νωπό γάλα αμέσως μετά το άρμεγμα. Αφού φιλτραριστεί μέσα από λεπτό και με πυκνή ύφανση τυρόπανο, προστίθεται πυτιά και αφήνεται περίπου 1 ώρα για να πήξει. Το τυρόπηγμα τοποθετείται σε ταλάρια και πιέζεται ελαφρά με το χέρι. Αφαιρείται από τα ταλάρια, κόβεται σε τέσσερα κομμάτια, αλατίζεται και τοποθετείται σε νορό χωρίς την αφαίρεση της αναρής (ο νορός που περισσεύει χρησιμοποιείται για παρασκευή αναρής). Σε χαμηλές θερμοκρασίες, για την ωρίμανση του τυριού απαιτούνται μέχρι και 40 ημέρες, ενώ σε ψηλές θερμοκρασίες, αυτή επιτυγχάνεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας διατηρούνται σε άλμη νορού για περίπου 4 μήνες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Καταναλώνονται είτε κομμένα στη σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χαλίτζια, τα διατηρούσαν σε άλμη πολλούς μήνες &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2063#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Κυπριανου Χ. (1970). Μερικές κυπριακές τροφές του χωριού Τσακκίστρα. Λάπηθος, Εκδόσεις Γυμνασίου Λαπήθου, 1970.&lt;br /&gt;
* Οικονομίδης Σ. (2004) Το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα της Κύπρου με ιδιαίτερη αναφορά στο τυρί χαλλούμι, Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9344</id>
		<title>Χαλίτζια Τηλλυρίας</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9344"/>
		<updated>2018-10-08T18:38:47Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Χαλίτζια Τηλλυρίας&lt;br /&gt;
   |imagename=Xalitzia.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=Μαλακό τυρί&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Τηλλυρία και Τσακκίστρα&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι μαλακό τυρί, λευκού χρώματος, με τρύπες και υπόξινη γεύση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με τους τοπικούς παραγωγούς της Τυλληρίας, η τεχνογνωσία παραγωγής του προϊόντος έχει μεταφερθεί από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι είδος μαλακού, λευκού τυριού, με τρύπες και υπόξινη γεύση. Παρασκευάζονται στην περιοχή Τηλλυρίας αλλά και της Τσακκίστρας, από νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την παρασκευή των χαλιτζιών χρησιιμοποιείτο το γάλα που παραλάμβανοταν μέσα στους καλοκαιρινούς μήνες, όταν τα πρόβατα έβοσκαν τα υπολείματα του θερισμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον Μάιο – Ιούνιο παραγόταν, ειδικά στην περιοχή της Τηλλυρίας, η καλύτερη ποιότητα ενός άλλου μαλακού τυριού, τα χαλίτζια. Ήταν η εποχή που τα πρόβατα και οι αίγες έβοσκαν τα υπολείμματα του θερισμού των σιτηρών και είχαν καλό γάλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρασκεύαζαν το τυρόπηγμα όπως στο χαλλούμι και το έσφιγγαν μέσα σε ταλάρκα. Κατόπιν, βγάζοντάς το από το ταλάριν, το έκοβαν σε φέτες πάχους δύο εκ. περίπου, αλάτιζαν τις φέτες και τις άφηναν σε λεκάνη να κρυώσουν. Την επόμενη μέρα τις τοποθετούσαν σε δοχείο με αλατισμένο τυρόγαλα, όπου τα χαλίτζια μπορούσαν να διατηρηθούν μέχρι ένα χρόνο. Το τυρί αυτό έχει υπόξινη γεύση και τρύπες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Η λέξη χαλίτζια προέρχεται από τη λέξη χαλίκι. Επομένως πιθανόν να ονομάστηκαν έτσι διότι μοιάζουν  στο σχήμα με βότσαλα και χαλίκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Χρησιμοποιείται νωπό γάλα αμέσως μετά το άρμεγμα. Αφού φιλτραριστεί μέσα από λεπτό και με πυκνή ύφανση τυρόπανο, προστίθεται πυτιά και αφήνεται περίπου 1 ώρα για να πήξει. Το τυρόπηγμα τοποθετείται σε ταλάρια και πιέζεται ελαφρά με το χέρι. Αφαιρείται από τα ταλάρια, κόβεται σε τέσσερα κομμάτια, αλατίζεται και τοποθετείται σε νορό χωρίς την αφαίρεση της αναρής (ο νορός που περισσεύει χρησιμοποιείται για παρασκευή αναρής). Σε χαμηλές θερμοκρασίες, για την ωρίμανση του τυριού απαιτούνται μέχρι και 40 ημέρες, ενώ σε ψηλές θερμοκρασίες, αυτή επιτυγχάνεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας διατηρούνται σε άλμη νορού για περίπου 4 μήνες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Καταναλώνονται είτε κομμένα στη σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χαλίτζια, τα διατηρούσαν σε άλμη πολλούς μήνες &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2063#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Κυπριανου Χ. (1970). Μερικές κυπριακές τροφές του χωριού Τσακκίστρα. Λάπηθος, Εκδόσεις Γυμνασίου Λαπήθου, 1970.&lt;br /&gt;
* Οικονομίδης Σ. (2004) Το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα της Κύπρου με ιδιαίτερη αναφορά στο τυρί χαλλούμι, Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9343</id>
		<title>Χαλίτζια Τηλλυρίας</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82&amp;diff=9343"/>
		<updated>2018-10-08T18:38:07Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Χαλίτζια Τηλλυρίας    |imagename=xalitzia.jpg    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos=Μαλακό τυρί...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Χαλίτζια Τηλλυρίας&lt;br /&gt;
   |imagename=xalitzia.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos=Μαλακό τυρί&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Τηλλυρία και Τσακκίστρα&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών&lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι μαλακό τυρί, λευκού χρώματος, με τρύπες και υπόξινη γεύση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με τους τοπικούς παραγωγούς της Τυλληρίας, η τεχνογνωσία παραγωγής του προϊόντος έχει μεταφερθεί από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι είδος μαλακού, λευκού τυριού, με τρύπες και υπόξινη γεύση. Παρασκευάζονται στην περιοχή Τηλλυρίας αλλά και της Τσακκίστρας, από νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα, ή μίγμα αυτών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την παρασκευή των χαλιτζιών χρησιιμοποιείτο το γάλα που παραλάμβανοταν μέσα στους καλοκαιρινούς μήνες, όταν τα πρόβατα έβοσκαν τα υπολείματα του θερισμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον Μάιο – Ιούνιο παραγόταν, ειδικά στην περιοχή της Τηλλυρίας, η καλύτερη ποιότητα ενός άλλου μαλακού τυριού, τα χαλίτζια. Ήταν η εποχή που τα πρόβατα και οι αίγες έβοσκαν τα υπολείμματα του θερισμού των σιτηρών και είχαν καλό γάλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρασκεύαζαν το τυρόπηγμα όπως στο χαλλούμι και το έσφιγγαν μέσα σε ταλάρκα. Κατόπιν, βγάζοντάς το από το ταλάριν, το έκοβαν σε φέτες πάχους δύο εκ. περίπου, αλάτιζαν τις φέτες και τις άφηναν σε λεκάνη να κρυώσουν. Την επόμενη μέρα τις τοποθετούσαν σε δοχείο με αλατισμένο τυρόγαλα, όπου τα χαλίτζια μπορούσαν να διατηρηθούν μέχρι ένα χρόνο. Το τυρί αυτό έχει υπόξινη γεύση και τρύπες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Η λέξη χαλίτζια προέρχεται από τη λέξη χαλίκι. Επομένως πιθανόν να ονομάστηκαν έτσι διότι μοιάζουν  στο σχήμα με βότσαλα και χαλίκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Χρησιμοποιείται νωπό γάλα αμέσως μετά το άρμεγμα. Αφού φιλτραριστεί μέσα από λεπτό και με πυκνή ύφανση τυρόπανο, προστίθεται πυτιά και αφήνεται περίπου 1 ώρα για να πήξει. Το τυρόπηγμα τοποθετείται σε ταλάρια και πιέζεται ελαφρά με το χέρι. Αφαιρείται από τα ταλάρια, κόβεται σε τέσσερα κομμάτια, αλατίζεται και τοποθετείται σε νορό χωρίς την αφαίρεση της αναρής (ο νορός που περισσεύει χρησιμοποιείται για παρασκευή αναρής). Σε χαμηλές θερμοκρασίες, για την ωρίμανση του τυριού απαιτούνται μέχρι και 40 ημέρες, ενώ σε ψηλές θερμοκρασίες, αυτή επιτυγχάνεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας διατηρούνται σε άλμη νορού για περίπου 4 μήνες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Καταναλώνονται είτε κομμένα στη σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χαλίτζια, τα διατηρούσαν σε άλμη πολλούς μήνες &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2063#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Κυπριανου Χ. (1970). Μερικές κυπριακές τροφές του χωριού Τσακκίστρα. Λάπηθος, Εκδόσεις Γυμνασίου Λαπήθου, 1970.&lt;br /&gt;
* Οικονομίδης Σ. (2004) Το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα της Κύπρου με ιδιαίτερη αναφορά στο τυρί χαλλούμι, Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Λευκωσία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Xalitzia.JPG&amp;diff=9342</id>
		<title>File:Xalitzia.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Xalitzia.JPG&amp;diff=9342"/>
		<updated>2018-10-08T18:37:57Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Laggopittes.jpg&amp;diff=9340</id>
		<title>File:Laggopittes.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Laggopittes.jpg&amp;diff=9340"/>
		<updated>2018-10-08T18:24:10Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%84%CE%B5%CF%82_%CE%A1%CE%B9%CE%B6%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%85&amp;diff=9339</id>
		<title>Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%84%CE%B5%CF%82_%CE%A1%CE%B9%CE%B6%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%85&amp;diff=9339"/>
		<updated>2018-10-08T18:20:16Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου&lt;br /&gt;
   |imagename=laggopittes.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Γλυκό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma= &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Ριζοκάρπασο&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= αλεύρι, νερό και προζύμι &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=ψήνονταν πάνω στην ‘πλάκαν’&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=ζεστές ή κρύες&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=μέλι ή χαρουπόμελο ή/και έψημα&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Οι Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου είναι τρυπητές πίττες οι οποίες ψήνονταν πάνω στην ‘πλάκαν’ - είδος πέτρας πάχους περίπου 3 εκατοστών που είναι στρογγυλεμένη και λεία και τοποθετείται πάνω στα κάρβουνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου καταναλώνονταν ζεστές ή κρύες με μέλι ή χαρουπόμελο ή/και έψημα. Μέσα από τη βιβλιογραφία φαίνεται ότι Λαγγόπιττες παρασκευάζονταν και σε άλλες περιοχές της Κύπρου, ειδικά σε χωριά της Πάφου, σε διάφορες παραλλαγές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με τον Γιαγκουλλή (2009), η ονομασία προέρχεται από το όνομα της πέτρας/κεραμίδι, κν. λαλάντζιν, πάνω στην οποία ψήνεται . Ονομάζονται και λαλαγγόπιττες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Ετοιμάζεται η χαλαρή ζύμη η οποία είναι παχύρευστος χυλός από αλεύρι, νερό και προζύμι (πιθανή προσθήκη μικρής ποσότητας άλατος). Η ζύμη σκεπάζεται και τοποθετείται σε ζεστό μέρος για να “μπει” (να φουσκώσει). Στη συνέχεια, η πλάκα “πυρώννεται” (ζεσταίνεται καλά), στάζεται λάδι πάνω σ’ αυτήν και αλείφεται για να μην κολλά. Ρίχνεται σταδιακά ο χυλός πάνω στην πλάκα για να ψηθεί. Όταν ψηθεί από τη μία πλευρά, γυρίζεται και από την άλλη μέχρι να ψηθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Εορταστικές περιστάσεις==&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με τους Κυπρή και Πρωτόπαπα (1997), οι Λαγγόπιττες είναι είδος πίττας την οποία έψηναν πάνω σε ‘πλάκαν’ στο Ριζοκάρπασο για τη νηστεία της γιορτής του Ιωάννη του Προδρόμου στις 29 Αυγούστου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2067#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Γιαγκουλλής Κ (2009). Θησαυρός κυπριακής διαλέκτου, Γ΄ έκδοση, Εκδόσεις Theopress, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%84%CE%B5%CF%82_%CE%A1%CE%B9%CE%B6%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%85&amp;diff=9338</id>
		<title>Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%84%CE%B5%CF%82_%CE%A1%CE%B9%CE%B6%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%85&amp;diff=9338"/>
		<updated>2018-10-08T18:18:21Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου    |imagename=    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos= Γλυκό    |allo_o...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Γλυκό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma= &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Ριζοκάρπασο&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= αλεύρι, νερό και προζύμι &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=ψήνονταν πάνω στην ‘πλάκαν’&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=ζεστές ή κρύες&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=μέλι ή χαρουπόμελο ή/και έψημα&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Οι Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου είναι τρυπητές πίττες οι οποίες ψήνονταν πάνω στην ‘πλάκαν’ - είδος πέτρας πάχους περίπου 3 εκατοστών που είναι στρογγυλεμένη και λεία και τοποθετείται πάνω στα κάρβουνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου καταναλώνονταν ζεστές ή κρύες με μέλι ή χαρουπόμελο ή/και έψημα. Μέσα από τη βιβλιογραφία φαίνεται ότι Λαγγόπιττες παρασκευάζονταν και σε άλλες περιοχές της Κύπρου, ειδικά σε χωριά της Πάφου, σε διάφορες παραλλαγές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με τον Γιαγκουλλή (2009), η ονομασία προέρχεται από το όνομα της πέτρας/κεραμίδι, κν. λαλάντζιν, πάνω στην οποία ψήνεται . Ονομάζονται και λαλαγγόπιττες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Ετοιμάζεται η χαλαρή ζύμη η οποία είναι παχύρευστος χυλός από αλεύρι, νερό και προζύμι (πιθανή προσθήκη μικρής ποσότητας άλατος). Η ζύμη σκεπάζεται και τοποθετείται σε ζεστό μέρος για να “μπει” (να φουσκώσει). Στη συνέχεια, η πλάκα “πυρώννεται” (ζεσταίνεται καλά), στάζεται λάδι πάνω σ’ αυτήν και αλείφεται για να μην κολλά. Ρίχνεται σταδιακά ο χυλός πάνω στην πλάκα για να ψηθεί. Όταν ψηθεί από τη μία πλευρά, γυρίζεται και από την άλλη μέχρι να ψηθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Εορταστικές περιστάσεις==&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με τους Κυπρή και Πρωτόπαπα (1997), οι Λαγγόπιττες είναι είδος πίττας την οποία έψηναν πάνω σε ‘πλάκαν’ στο Ριζοκάρπασο για τη νηστεία της γιορτής του Ιωάννη του Προδρόμου στις 29 Αυγούστου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2067#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Γιαγκουλλής Κ (2009). Θησαυρός κυπριακής διαλέκτου, Γ΄ έκδοση, Εκδόσεις Theopress, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%BF%CF%85&amp;diff=9337</id>
		<title>Λουκούμια Γεροσκήπου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%BF%CF%85&amp;diff=9337"/>
		<updated>2018-10-08T18:10:03Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Λουκούμια Γεροσκήπου&lt;br /&gt;
   |imagename=loukoumiageroskipou.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Γλυκό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=Λίζον&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Γεροσκήπου, Λεύκαρα και Φοινί&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=  &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα λουκούμια είναι προϊόντα ζαχαροπλαστικής με βασικό συστατικό τη ζάχαρη. Η ονομασία “Λουκούμι Γεροσκήπου” είναι η πρώτη κυπριακή ονομασία που έχει κατοχυρωθεί ως Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη (ΠΓΕ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λουκούμια παράγονται επίσης στα Λεύκαρα (Λουκούμια Λευκάρων) και στο Φοινί (Λουκούμια Φοινιού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Γεροσκήπου είναι γνωστή παγκύπρια για την παραγωγή των λουκουμιών. Το πρώτο εργοστάσιο λουκουμιών στη Γεροσκήπου ιδρύθηκε το 1985 και η οικοτεχνία αυτή έχει ήδη μια μακρά παράδοση ενός σχεδόν αιώνα. Η παρασκευή των λουκουμιών της Γεροσκήπου για εμπορικούς σκοπούς ήταν η πρώτη στην Κύπρο. Αργότερα, οικοτεχνίες λουκουμιών ιδρύθηκαν επίσης στα Λεύκαρα και στο Φοινί. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα λουκούμια της Γεροσκήπου, εύγεστα, γλυκύτατα και μυρωδάτα, συνεχίζουν να παρασκευάζονται κατά τον ίδιο τρόπο που παρασκευάζονταν και στο παρελθόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Το λουκούμι είναι κυπριακό παραδοσιακό γλύκισμα, γνωστό και ως λίζον και για έναν σχεδόν αιώνα προσφερόταν ως κεραστικό στα καφενεία της υπαίθρου και στα σπίτια. Επίσης πωλούνται σε πανηγύρια και δίνονται ως κεραστικά σε γιορτές και γάμους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμβολική χρήση==&lt;br /&gt;
Τα λουκούμια χρησιμοποιούνταν και από τους μωαμεθανούς στις γιορτές της μουσουλμανικής θρησκείας, ιδιαίτερα στο σεκέρ-μπαϊράμ και κατά τις τελετές της περιτομής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Η προέλευση της λέξης είναι τούρκικη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Για την παρασκευή των λουκουμιών χρησιμοποιούσαν μεγάλο καζάνι που έβραζε με ξύλα. Σ' αυτό έλιωναν τη ζάχαρη, που ήταν και το κυριότερο συστατικό των λουκουμιών και μαζί την αμυγδαλόψιχα, τον νησιαστέ, το αραβοσιτάλευρο (κορν φλάουερ) και τα αρώματα που αποτελούσαν το μείγμα. Το μείγμα έπρεπε να ανακατεύεται συνέχεια με μεγάλη κουτάλα, για να μην κολλήσει &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
*http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/1697#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Χατζηκωστή, Μ. (2008) Γεροσκήπου, Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Δήμος Γεροσκήπου, Κύπρος.&lt;br /&gt;
* http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:52007XC0421%2803%29:EL:HTML &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Φαγητά | Φαγητό και Ποτό]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%BF%CF%85&amp;diff=9336</id>
		<title>Λουκούμια Γεροσκήπου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%BF%CF%85&amp;diff=9336"/>
		<updated>2018-10-08T18:08:08Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Λουκούμια Γεροσκήπου&lt;br /&gt;
   |imagename=loukoumiageroskipou.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Γλυκό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=Λίζον&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Γεροσκήπου, Λεύκαρα και Φοινί&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=  &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα λουκούμια είναι προϊόντα ζαχαροπλαστικής με βασικό συστατικό τη ζάχαρη. Η ονομασία “Λουκούμι Γεροσκήπου” είναι η πρώτη κυπριακή ονομασία που έχει κατοχυρωθεί ως Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη (ΠΓΕ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λουκούμια παράγονται επίσης στα Λεύκαρα (Λουκούμια Λευκάρων) και στο Φοινί (Λουκούμια Φοινιού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Γεροσκήπου είναι γνωστή παγκύπρια για την παραγωγή των λουκουμιών. Το πρώτο εργοστάσιο λουκουμιών στη Γεροσκήπου ιδρύθηκε το 1985 και η οικοτεχνία αυτή έχει ήδη μια μακρά παράδοση ενός σχεδόν αιώνα. Η παρασκευή των λουκουμιών της Γεροσκήπου για εμπορικούς σκοπούς ήταν η πρώτη στην Κύπρο. Αργότερα, οικοτεχνίες λουκουμιών ιδρύθηκαν επίσης στα Λεύκαρα και στο Φοινί. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα λουκούμια της Γεροσκήπου, εύγεστα, γλυκύτατα και μυρωδάτα, συνεχίζουν να παρασκευάζονται κατά τον ίδιο τρόπο που παρασκευάζονταν και στο παρελθόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Το λουκούμι είναι κυπριακό παραδοσιακό γλύκισμα, γνωστό και ως λίζον και για έναν σχεδόν αιώνα προσφερόταν ως κεραστικό στα καφενεία της υπαίθρου και στα σπίτια. Επίσης πωλούνται σε πανηγύρια και δίνονται ως κεραστικά σε γιορτές και γάμους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμβολική χρήση==&lt;br /&gt;
Τα λουκούμια χρησιμοποιούνταν και από τους μωαμεθανούς στις γιορτές της μουσουλμανικής θρησκείας, ιδιαίτερα στο σεκέρ-μπαϊράμ και κατά τις τελετές της περιτομής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Η προέλευση της λέξης είναι τούρκικη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Για την παρασκευή των λουκουμιών χρησιμοποιούσαν μεγάλο καζάνι που έβραζε με ξύλα. Σ' αυτό έλιωναν τη ζάχαρη, που ήταν και το κυριότερο συστατικό των λουκουμιών και μαζί την αμυγδαλόψιχα, τον νησιαστέ, το αραβοσιτάλευρο (κορν φλάουερ) και τα αρώματα που αποτελούσαν το μείγμα. Το μείγμα έπρεπε να ανακατεύεται συνέχεια με μεγάλη κουτάλα, για να μην κολλήσει &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Χατζηκωστή, Μ. (2008) Γεροσκήπου, Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Δήμος Γεροσκήπου, Κύπρος.&lt;br /&gt;
* http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:52007XC0421%2803%29:EL:HTML &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Φαγητά | Φαγητό και Ποτό]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Loukoumiageroskipou.jpg&amp;diff=9335</id>
		<title>File:Loukoumiageroskipou.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Loukoumiageroskipou.jpg&amp;diff=9335"/>
		<updated>2018-10-08T18:07:50Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%BF%CF%85&amp;diff=9334</id>
		<title>Λουκούμια Γεροσκήπου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%BF%CF%85&amp;diff=9334"/>
		<updated>2018-10-08T18:05:20Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Λουκούμια Γεροσκήπου&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Γλυκό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=Λίζον&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Γεροσκήπου, Λεύκαρα και Φοινί&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=  &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα λουκούμια είναι προϊόντα ζαχαροπλαστικής με βασικό συστατικό τη ζάχαρη. Η ονομασία “Λουκούμι Γεροσκήπου” είναι η πρώτη κυπριακή ονομασία που έχει κατοχυρωθεί ως Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη (ΠΓΕ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λουκούμια παράγονται επίσης στα Λεύκαρα (Λουκούμια Λευκάρων) και στο Φοινί (Λουκούμια Φοινιού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Γεροσκήπου είναι γνωστή παγκύπρια για την παραγωγή των λουκουμιών. Το πρώτο εργοστάσιο λουκουμιών στη Γεροσκήπου ιδρύθηκε το 1985 και η οικοτεχνία αυτή έχει ήδη μια μακρά παράδοση ενός σχεδόν αιώνα. Η παρασκευή των λουκουμιών της Γεροσκήπου για εμπορικούς σκοπούς ήταν η πρώτη στην Κύπρο. Αργότερα, οικοτεχνίες λουκουμιών ιδρύθηκαν επίσης στα Λεύκαρα και στο Φοινί. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα λουκούμια της Γεροσκήπου, εύγεστα, γλυκύτατα και μυρωδάτα, συνεχίζουν να παρασκευάζονται κατά τον ίδιο τρόπο που παρασκευάζονταν και στο παρελθόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Το λουκούμι είναι κυπριακό παραδοσιακό γλύκισμα, γνωστό και ως λίζον και για έναν σχεδόν αιώνα προσφερόταν ως κεραστικό στα καφενεία της υπαίθρου και στα σπίτια. Επίσης πωλούνται σε πανηγύρια και δίνονται ως κεραστικά σε γιορτές και γάμους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμβολική χρήση==&lt;br /&gt;
Τα λουκούμια χρησιμοποιούνταν και από τους μωαμεθανούς στις γιορτές της μουσουλμανικής θρησκείας, ιδιαίτερα στο σεκέρ-μπαϊράμ και κατά τις τελετές της περιτομής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Η προέλευση της λέξης είναι τούρκικη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Για την παρασκευή των λουκουμιών χρησιμοποιούσαν μεγάλο καζάνι που έβραζε με ξύλα. Σ' αυτό έλιωναν τη ζάχαρη, που ήταν και το κυριότερο συστατικό των λουκουμιών και μαζί την αμυγδαλόψιχα, τον νησιαστέ, το αραβοσιτάλευρο (κορν φλάουερ) και τα αρώματα που αποτελούσαν το μείγμα. Το μείγμα έπρεπε να ανακατεύεται συνέχεια με μεγάλη κουτάλα, για να μην κολλήσει &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Χατζηκωστή, Μ. (2008) Γεροσκήπου, Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Δήμος Γεροσκήπου, Κύπρος.&lt;br /&gt;
* http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:52007XC0421%2803%29:EL:HTML &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Φαγητά | Φαγητό και Ποτό]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%BF%CF%85&amp;diff=9333</id>
		<title>Λουκούμια Γεροσκήπου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%BF%CF%85&amp;diff=9333"/>
		<updated>2018-10-08T18:03:54Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Λουκούμια Γεροσκήπου    |imagename=    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos= Γλυκό    |allo_onoma=Λ...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Λουκούμια Γεροσκήπου&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Γλυκό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=Λίζον&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Γεροσκήπου, Λεύκαρα και Φοινί&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika=  &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Τα λουκούμια είναι προϊόντα ζαχαροπλαστικής με βασικό συστατικό τη ζάχαρη. Η ονομασία “Λουκούμι Γεροσκήπου” είναι η πρώτη κυπριακή ονομασία που έχει κατοχυρωθεί ως Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη (ΠΓΕ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λουκούμια παράγονται επίσης στα Λεύκαρα (Λουκούμια Λευκάρων) και στο Φοινί (Λουκούμια Φοινιού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Γεροσκήπου είναι γνωστή παγκύπρια για την παραγωγή των λουκουμιών. Το πρώτο εργοστάσιο λουκουμιών στη Γεροσκήπου ιδρύθηκε το 1985 και η οικοτεχνία αυτή έχει ήδη μια μακρά παράδοση ενός σχεδόν αιώνα. Η παρασκευή των λουκουμιών της Γεροσκήπου για εμπορικούς σκοπούς ήταν η πρώτη στην Κύπρο. Αργότερα, οικοτεχνίες λουκουμιών ιδρύθηκαν επίσης στα Λεύκαρα και στο Φοινί. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα λουκούμια της Γεροσκήπου, εύγεστα, γλυκύτατα και μυρωδάτα, συνεχίζουν να παρασκευάζονται κατά τον ίδιο τρόπο που παρασκευάζονταν και στο παρελθόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Το λουκούμι είναι κυπριακό παραδοσιακό γλύκισμα, γνωστό και ως λίζον και για έναν σχεδόν αιώνα προσφερόταν ως κεραστικό στα καφενεία της υπαίθρου και στα σπίτια. Επίσης πωλούνται σε πανηγύρια και δίνονται ως κεραστικά σε γιορτές και γάμους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Συμβολική χρήση==&lt;br /&gt;
Τα λουκούμια χρησιμοποιούνταν και από τους μωαμεθανούς στις γιορτές της μουσουλμανικής θρησκείας, ιδιαίτερα στο σεκέρ-μπαϊράμ και κατά τις τελετές της περιτομής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γλωσσικές παρατηρήσεις==&lt;br /&gt;
Η προέλευση της λέξης είναι τούρκικη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας== &lt;br /&gt;
Για την παρασκευή των λουκουμιών χρησιμοποιούσαν μεγάλο καζάνι που έβραζε με ξύλα. Σ' αυτό έλιωναν τη ζάχαρη, που ήταν και το κυριότερο συστατικό των λουκουμιών και μαζί την αμυγδαλόψιχα, τον νησιαστέ, το αραβοσιτάλευρο (κορν φλάουερ) και τα αρώματα που αποτελούσαν το μείγμα. Το μείγμα έπρεπε να ανακατεύεται συνέχεια με μεγάλη κουτάλα, για να μην κολλήσει &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Χατζηκωστή, Μ. (2008) Γεροσκήπου, Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Δήμος Γεροσκήπου, Κύπρος.&lt;br /&gt;
* http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:52007XC0421%2803%29:EL:HTML &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9A%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B9&amp;diff=9332</id>
		<title>Κολοκάσι</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9A%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B9&amp;diff=9332"/>
		<updated>2018-10-08T17:53:20Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Κολοκάσι&lt;br /&gt;
   |imagename=kolokasi.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= &lt;br /&gt;
   |allo_onoma= &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Σωτήρα, Φρέναρος και Λιοπέτρι&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=κουπέπια ή κουκιά&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Η παλαιότερη αναφορά στο Κολοκάσι της Κύπρου ανάγεται στο 1191 μ.Χ. σύμφωνα με την οποία σερβιρίστηκε σε δείπνο για τον εορτασμό του γάμου του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου με τη Βερεγγάρια στο Κάστρο Λεμεσού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το Σακελλάριο (1890), τα καλύτερα Κολοκάσια της Κύπρου παράγονταν στη Λάπηθο και στην Πάφο. Πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, σημαντικές εκτάσεις καλλιεργούνταν στον Άγιο Ανδρόνικο Καρπασίας, στο Συριανοχώρι, και σε μικρότερο βαθμό στην επαρχία Πάφου. Σήμερα, το Κολοκάσι καλλιεργείται κυρίως στην επαρχία Αμμοχώστου, και ιδιαίτερα στο χωριό Σωτήρα, με μικρότερες εκτάσεις στα χωριά Φρέναρος και Λιοπέτρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φύτευση του Κολοκασιού αρχίζει τέλη Φεβρουαρίου (πρώιμη φύτευση) και συνεχίζεται μέχρι το Μάιο (όψιμη φύτευση) σε χωράφια με κοκκινόχωμα στα οποία έχει προηγηθεί καλλιέργεια με πλούσια λίπανση. Παράγει ένα μεγάλο κεντρικό ρίζωμα (μάππα), πολλά πλάγια ριζώματα (πούλλες) και μη εδώδιμα φύλλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παραγωγή του διατίθεται κυρίως στη ντόπια αγορά, ενώ κάποιες ποσότητες εξάγονται στη Μ. Βρετανία για την κυπριακή παροικία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Το φυτό Κολοκάσια, κοινώς Κολοκάσι (Colocasia esculentum), είναι εδώδιμο φυτό (λαχανικό) που ανήκει στην οικογένεια των Αρωδών (Araceae). Καλλιεργείται για τα εδώδιμα αμυλούχα ριζώματά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ετυμολογία==&lt;br /&gt;
Η λέξη Κολοκάσι προέρχεται από το λατινικό όνομα του φυτού Colocasia esculentum.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας==&lt;br /&gt;
Mαγειρεύεται με διάφορους τρόπους π.χ. γιαχνί με ή χωρίς κρέας, ή ως καπαμάς με κρασί (πολύ γνωστός στην επαρχία Αμμοχώστου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Ένα από τα πιο κοινά φαγητά στην καθημερινή διατροφή. Το κολοκάσι συνήθιζαν να το συνδυάζουν  με κουπέπια (ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα) ή με κουκκιά. Ιδιαίτερα για το συνδυασμό κολοκάσι με κουκκιά, έλεγαν «κουτσιά τζαι κολοκάσιν, ένα τόπον εννά πάσιν»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2070&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Αρχιμανδρίτης Χατζηκώστας Λ. (1986)Τα κουκιά στη δίαιτα και την παράδοση του λαού μας, Λαογραφική Κύπρος, 16(36), σελ. 103-107.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Kolokasi.jpg&amp;diff=9331</id>
		<title>File:Kolokasi.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Kolokasi.jpg&amp;diff=9331"/>
		<updated>2018-10-08T17:52:45Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9A%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B9&amp;diff=9330</id>
		<title>Κολοκάσι</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9A%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B9&amp;diff=9330"/>
		<updated>2018-10-08T17:50:45Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Κολοκάσι    |imagename=    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos=     |allo_onoma=     |perioxi_fimismeni=Σωτήρα...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Κολοκάσι&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= &lt;br /&gt;
   |allo_onoma= &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=Σωτήρα, Φρέναρος και Λιοπέτρι&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=κουπέπια ή κουκιά&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Η παλαιότερη αναφορά στο Κολοκάσι της Κύπρου ανάγεται στο 1191 μ.Χ. σύμφωνα με την οποία σερβιρίστηκε σε δείπνο για τον εορτασμό του γάμου του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου με τη Βερεγγάρια στο Κάστρο Λεμεσού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το Σακελλάριο (1890), τα καλύτερα Κολοκάσια της Κύπρου παράγονταν στη Λάπηθο και στην Πάφο. Πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, σημαντικές εκτάσεις καλλιεργούνταν στον Άγιο Ανδρόνικο Καρπασίας, στο Συριανοχώρι, και σε μικρότερο βαθμό στην επαρχία Πάφου. Σήμερα, το Κολοκάσι καλλιεργείται κυρίως στην επαρχία Αμμοχώστου, και ιδιαίτερα στο χωριό Σωτήρα, με μικρότερες εκτάσεις στα χωριά Φρέναρος και Λιοπέτρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φύτευση του Κολοκασιού αρχίζει τέλη Φεβρουαρίου (πρώιμη φύτευση) και συνεχίζεται μέχρι το Μάιο (όψιμη φύτευση) σε χωράφια με κοκκινόχωμα στα οποία έχει προηγηθεί καλλιέργεια με πλούσια λίπανση. Παράγει ένα μεγάλο κεντρικό ρίζωμα (μάππα), πολλά πλάγια ριζώματα (πούλλες) και μη εδώδιμα φύλλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παραγωγή του διατίθεται κυρίως στη ντόπια αγορά, ενώ κάποιες ποσότητες εξάγονται στη Μ. Βρετανία για την κυπριακή παροικία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περιγραφή==&lt;br /&gt;
Το φυτό Κολοκάσια, κοινώς Κολοκάσι (Colocasia esculentum), είναι εδώδιμο φυτό (λαχανικό) που ανήκει στην οικογένεια των Αρωδών (Araceae). Καλλιεργείται για τα εδώδιμα αμυλούχα ριζώματά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ετυμολογία==&lt;br /&gt;
Η λέξη Κολοκάσι προέρχεται από το λατινικό όνομα του φυτού Colocasia esculentum.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας==&lt;br /&gt;
Mαγειρεύεται με διάφορους τρόπους π.χ. γιαχνί με ή χωρίς κρέας, ή ως καπαμάς με κρασί (πολύ γνωστός στην επαρχία Αμμοχώστου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Ένα από τα πιο κοινά φαγητά στην καθημερινή διατροφή. Το κολοκάσι συνήθιζαν να το συνδυάζουν  με κουπέπια (ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα) ή με κουκκιά. Ιδιαίτερα για το συνδυασμό κολοκάσι με κουκκιά, έλεγαν «κουτσιά τζαι κολοκάσιν, ένα τόπον εννά πάσιν»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
* http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2070&lt;br /&gt;
* Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
* Αρχιμανδρίτης Χατζηκώστας Λ. (1986)Τα κουκιά στη δίαιτα και την παράδοση του λαού μας, Λαογραφική Κύπρος, 16(36), σελ. 103-107.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B1&amp;diff=9304</id>
		<title>Λούντζα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B1&amp;diff=9304"/>
		<updated>2018-10-01T21:15:58Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Λούντζα&lt;br /&gt;
   |imagename=lountza.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Αλλαντικό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= Πιτσιλιά&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Είναι αλλαντικό που παρασκευάζεται κυρίως στην Πιτσιλιά από χοιρινό κρέας το οποίο “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και καπνίζεται με την καύση κλαδιών γηγενών δένδρων και θάμνων. Έχουν σκούρο χρώμα, έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά κρασιού και καπνού και ελαφρώς αλμυρή γεύση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία==&lt;br /&gt;
Τo προϊὀν αυτό ιστορικά παρασκευάζεται σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο λόγω του ψυχρού κλίματος που βοηθά στη συντήρηση του κρέατος. Η κάθε αγροτική οικογένεια, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, έτρεφε 1–2 χοίρους με σκοπό τη σφαγή τους τα Χριστούγεννα και την παρασκευή του αλλαντικού αυτού, εξασφαλίζοντας έτσι το κρέας της ολόχρονα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ετυμολογία==&lt;br /&gt;
Από το ιταλικό lonza.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στο χωριό Στρουμπί, η λούντζα ονομαζόταν απάτζιν (απάκι), ενώ στο χωριό Ακανθού, κουκούιν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Η λούντζα ήταν περιζήτητος και εύγεστος μεζές  και γι’ αυτό θεωρείτο ένα πολυτελές προσφάγι. Φημισμένη για τη γεύση της ήταν η λούντζα που παρασκευαζόταν στη Πάφο και τη Πιτσιλιά. Η λούντζα  Πιτσιλιάς τηγανίζεται ή ψήνεται στη σχάρα και σερβίρεται ως επί το πλείστον για πρόγευμα, σε σάντουιτς ή σαν ορεκτικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας==&lt;br /&gt;
Παραδοσιακή μέθοδος παρασκευής: μετά τη σφαγή του χοίρου, ο σφαγέας με ιδιαίτερη προσοχή διαχώριζε τις δύο κυλινδρικές λωρίδες κρέατος οι οποίες έφεραν ελάχιστο μόνο λίπος. Για τη παρασκευή της λούντζας η νοικοκυρά χρειαζόταν να αλατίσει, να αρτύσει με κόλιανδρο και να μαρινάρει το κρέας σε κρασί. Μετά από αυτό είτε ξαρμύριζε την λούντζα και την άφηνε να αποξηρανθεί στην εστία για να καπνιστεί, είτε τη κάπνιζε με θυμάρι για δέκα έως δεκαπέντε ημέρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη μέθοδος: Το χοιρινό φιλέτο πασπαλίζεται με αλάτι και παραμένει έτσι για 5–7 μέρες. Εμβαπτίζεται σε κρασί στο οποίο παραμένει για 2-3 μέρες. Αμέσως  μετά, το κρέας καπνίζεται σε κλειστό χώρο καθημερινά με καύση κλαδιών γηγενών δένδρων ή θάμνων. Η θερμοκρασία κάπνισματος δεν ξεπερνά τους 28°C και το κρέας δεν τοποθετείται απευθείας στη φωτιά. Κατά τη διάρκεια του καπνίσματος, το κρέας κατά διαστήματα-προαιρετικά- συμπιέζεται σε ειδικά πιεστήρια. Προστίθεται επίσης κόλιανδρος. Τέλος, το κρέας προαιρετικά τοποθετείται σε σκιερό, αεριζόμενο χώρο (ωριμαντήριο).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
*http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2207&lt;br /&gt;
*Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
*Κυπριανου Χ. Στ(1970). Μερικές Κυπριακές Τροφές του Χωριού Τσακκίστρα. Εκδόσεις Γυμνασίου Λαπήθου, Λάπηθος.&lt;br /&gt;
*Νεοφύτου Κ. (1991). Συντήρηση κρέατος, Λαογραφική Κύπρος, 21:41: 63-73.&lt;br /&gt;
*Ξιούτας Π. (1978). Κυπριακή λαογραφία των ζώων, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνώνν XXXVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Lountza.jpg&amp;diff=9303</id>
		<title>File:Lountza.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Lountza.jpg&amp;diff=9303"/>
		<updated>2018-10-01T21:15:36Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B1&amp;diff=9302</id>
		<title>Λούντζα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B1&amp;diff=9302"/>
		<updated>2018-10-01T21:13:59Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Λούντζα&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Αλλαντικό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= Πιτσιλιά&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Είναι αλλαντικό που παρασκευάζεται κυρίως στην Πιτσιλιά από χοιρινό κρέας το οποίο “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και καπνίζεται με την καύση κλαδιών γηγενών δένδρων και θάμνων. Έχουν σκούρο χρώμα, έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά κρασιού και καπνού και ελαφρώς αλμυρή γεύση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία==&lt;br /&gt;
Τo προϊὀν αυτό ιστορικά παρασκευάζεται σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο λόγω του ψυχρού κλίματος που βοηθά στη συντήρηση του κρέατος. Η κάθε αγροτική οικογένεια, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, έτρεφε 1–2 χοίρους με σκοπό τη σφαγή τους τα Χριστούγεννα και την παρασκευή του αλλαντικού αυτού, εξασφαλίζοντας έτσι το κρέας της ολόχρονα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ετυμολογία==&lt;br /&gt;
Από το ιταλικό lonza.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στο χωριό Στρουμπί, η λούντζα ονομαζόταν απάτζιν (απάκι), ενώ στο χωριό Ακανθού, κουκούιν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Η λούντζα ήταν περιζήτητος και εύγεστος μεζές  και γι’ αυτό θεωρείτο ένα πολυτελές προσφάγι. Φημισμένη για τη γεύση της ήταν η λούντζα που παρασκευαζόταν στη Πάφο και τη Πιτσιλιά. Η λούντζα  Πιτσιλιάς τηγανίζεται ή ψήνεται στη σχάρα και σερβίρεται ως επί το πλείστον για πρόγευμα, σε σάντουιτς ή σαν ορεκτικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας==&lt;br /&gt;
Παραδοσιακή μέθοδος παρασκευής: μετά τη σφαγή του χοίρου, ο σφαγέας με ιδιαίτερη προσοχή διαχώριζε τις δύο κυλινδρικές λωρίδες κρέατος οι οποίες έφεραν ελάχιστο μόνο λίπος. Για τη παρασκευή της λούντζας η νοικοκυρά χρειαζόταν να αλατίσει, να αρτύσει με κόλιανδρο και να μαρινάρει το κρέας σε κρασί. Μετά από αυτό είτε ξαρμύριζε την λούντζα και την άφηνε να αποξηρανθεί στην εστία για να καπνιστεί, είτε τη κάπνιζε με θυμάρι για δέκα έως δεκαπέντε ημέρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη μέθοδος: Το χοιρινό φιλέτο πασπαλίζεται με αλάτι και παραμένει έτσι για 5–7 μέρες. Εμβαπτίζεται σε κρασί στο οποίο παραμένει για 2-3 μέρες. Αμέσως  μετά, το κρέας καπνίζεται σε κλειστό χώρο καθημερινά με καύση κλαδιών γηγενών δένδρων ή θάμνων. Η θερμοκρασία κάπνισματος δεν ξεπερνά τους 28°C και το κρέας δεν τοποθετείται απευθείας στη φωτιά. Κατά τη διάρκεια του καπνίσματος, το κρέας κατά διαστήματα-προαιρετικά- συμπιέζεται σε ειδικά πιεστήρια. Προστίθεται επίσης κόλιανδρος. Τέλος, το κρέας προαιρετικά τοποθετείται σε σκιερό, αεριζόμενο χώρο (ωριμαντήριο).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
*http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2207&lt;br /&gt;
*Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
*Κυπριανου Χ. Στ(1970). Μερικές Κυπριακές Τροφές του Χωριού Τσακκίστρα. Εκδόσεις Γυμνασίου Λαπήθου, Λάπηθος.&lt;br /&gt;
*Νεοφύτου Κ. (1991). Συντήρηση κρέατος, Λαογραφική Κύπρος, 21:41: 63-73.&lt;br /&gt;
*Ξιούτας Π. (1978). Κυπριακή λαογραφία των ζώων, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνώνν XXXVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B1&amp;diff=9301</id>
		<title>Λούντζα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%9B%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B1&amp;diff=9301"/>
		<updated>2018-10-01T21:12:51Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Λούντζα    |imagename=    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos= Αλλαντικό    |allo_onoma=    |perioxi_fimisme...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Λούντζα&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Αλλαντικό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= Πιτσιλιά&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Είναι αλλαντικό που παρασκευάζεται κυρίως στην Πιτσιλιά από χοιρινό κρέας το οποίο “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και καπνίζεται με την καύση κλαδιών γηγενών δένδρων και θάμνων. Έχουν σκούρο χρώμα, έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά κρασιού και καπνού και ελαφρώς αλμυρή γεύση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία==&lt;br /&gt;
Τo προϊὀν αυτό ιστορικά παρασκευάζεται σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο λόγω του ψυχρού κλίματος που βοηθά στη συντήρηση του κρέατος. Η κάθε αγροτική οικογένεια, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, έτρεφε 1–2 χοίρους με σκοπό τη σφαγή τους τα Χριστούγεννα και την παρασκευή του αλλαντικού αυτού, εξασφαλίζοντας έτσι το κρέας της ολόχρονα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καπνιστό αλλαντικό από χοιρινό φιλέτο . Παρασκευάζεται κυρίως στην Πιτσιλιά από χοιρινό κρέας το οποίο “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και καπνίζεται με την καύση κλαδιών γηγενών δένδρων και θάμνων. Έχει σκούρο χρώμα, έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά κρασιού και καπνού και ελαφρώς αλμυρή γεύση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ετυμολογία==&lt;br /&gt;
Από το ιταλικό lonza.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στο χωριό Στρουμπί, η λούντζα ονομαζόταν απάτζιν (απάκι), ενώ στο χωριό Ακανθού, κουκούιν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη Διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Η λούντζα ήταν περιζήτητος και εύγεστος μεζές  και γι’ αυτό θεωρείτο ένα πολυτελές προσφάγι. Φημισμένη για τη γεύση της ήταν η λούντζα που παρασκευαζόταν στη Πάφο και τη Πιτσιλιά. Η λούντζα  Πιτσιλιάς τηγανίζεται ή ψήνεται στη σχάρα και σερβίρεται ως επί το πλείστον για πρόγευμα, σε σάντουιτς ή σαν ορεκτικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας==&lt;br /&gt;
Παραδοσιακή μέθοδος παρασκευής: μετά τη σφαγή του χοίρου, ο σφαγέας με ιδιαίτερη προσοχή διαχώριζε τις δύο κυλινδρικές λωρίδες κρέατος οι οποίες έφεραν ελάχιστο μόνο λίπος. Για τη παρασκευή της λούντζας η νοικοκυρά χρειαζόταν να αλατίσει, να αρτύσει με κόλιανδρο και να μαρινάρει το κρέας σε κρασί. Μετά από αυτό είτε ξαρμύριζε την λούντζα και την άφηνε να αποξηρανθεί στην εστία για να καπνιστεί, είτε τη κάπνιζε με θυμάρι για δέκα έως δεκαπέντε ημέρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη μέθοδος: Το χοιρινό φιλέτο πασπαλίζεται με αλάτι και παραμένει έτσι για 5–7 μέρες. Εμβαπτίζεται σε κρασί στο οποίο παραμένει για 2-3 μέρες. Αμέσως  μετά, το κρέας καπνίζεται σε κλειστό χώρο καθημερινά με καύση κλαδιών γηγενών δένδρων ή θάμνων. Η θερμοκρασία κάπνισματος δεν ξεπερνά τους 28°C και το κρέας δεν τοποθετείται απευθείας στη φωτιά. Κατά τη διάρκεια του καπνίσματος, το κρέας κατά διαστήματα-προαιρετικά- συμπιέζεται σε ειδικά πιεστήρια. Προστίθεται επίσης κόλιανδρος. Τέλος, το κρέας προαιρετικά τοποθετείται σε σκιερό, αεριζόμενο χώρο (ωριμαντήριο).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
*http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2207&lt;br /&gt;
*Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
*Κυπριανου Χ. Στ(1970). Μερικές Κυπριακές Τροφές του Χωριού Τσακκίστρα. Εκδόσεις Γυμνασίου Λαπήθου, Λάπηθος.&lt;br /&gt;
*Νεοφύτου Κ. (1991). Συντήρηση κρέατος, Λαογραφική Κύπρος, 21:41: 63-73.&lt;br /&gt;
*Ξιούτας Π. (1978). Κυπριακή λαογραφία των ζώων, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνώνν XXXVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A0%CE%BF%CF%83%CF%85%CF%81%CF%84%CE%AE&amp;diff=9300</id>
		<title>Ποσυρτή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A0%CE%BF%CF%83%CF%85%CF%81%CF%84%CE%AE&amp;diff=9300"/>
		<updated>2018-10-01T21:06:07Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Ποσυρτἠ&lt;br /&gt;
   |imagename=posirti.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Αλλαντικό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=Μπέικον &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= Πιτσιλιά&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Είναι αλλαντικό που παρασκευάζεται κυρίως στην Πιτσιλιά από χοιρινό κρέας το οποίο “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και καπνίζεται με την καύση κλαδιών γηγενών δένδρων και θάμνων. Έχουν σκούρο χρώμα, έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά κρασιού και καπνού και ελαφρώς αλμυρή γεύση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία==&lt;br /&gt;
Τo προϊὀν αυτό ιστορικά παρασκευάζεται σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο λόγω του ψυχρού κλίματος που βοηθά στη συντήρηση του κρέατος. Η κάθε αγροτική οικογένεια, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, έτρεφε 1–2 χοίρους με σκοπό τη σφαγή τους τα Χριστούγεννα και την παρασκευή του αλλαντικού αυτού, εξασφαλίζοντας έτσι το κρέας της ολόχρονα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρασκευή της ποσυρτής είναι συνδεδεμένη με τα χοιροσφάγια, που στις περισσότερες περιοχές γίνονταν μέσα στο δωδεκαήμερο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπήρχαν δύο είδη ποσυρτής, η μιτσία (μικρή) και η μιάλη (μεγάλη). Η διάκριση προκύπτει από το μέρος του ζώου που χρησιμοποιείτο: η μικρή ποσυρτή παρασκευαζόταν από το επάνω τμήμα του λαιμού του χοίρου, ενώ η μεγάλη από το κρέας της κοιλιακής χώρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Καλή ποσυρτή εθεωρείτο εκείνη που  αποτελείτο από δύο-τρία μέρη ψαχνού κρέατος και δύο στρώματα λίπους, ή από ένα στρώμα  ψαχνού κρέατος και ένα στρώμα λίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στο πρωινό και στο απογευματινό γεύμα οι Κύπριες μάνες συνήθιζαν να δίνουν ποσυρτή στα παιδιά τους, αφού ήταν χορταστικό γεύμα. Οι Κύπριοι χωρικοί κατανάλωναν τη ποσυρτή είτε ως πρόχειρο φαγητό, είτε ως μεζέ. Στα χωριά της Πιτσιλιά και της Μαραθάσας ήταν απαραίτητη η παρασκευή της ποσυρτής, όπως και στην Τηλλυρία και στην Πάφο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ετυμολογία==&lt;br /&gt;
Από το αποσυρτός&amp;lt;αποσύρω &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Ποσυρτή Πιτσιλιάς: Χρησιμοποιείται χοιρινή κοιλιά (μπέϊκον) και ακολουθείται η διαδικασία παρασκευής του χοιρομεριού εκτός από το στάδιο της συμπίεσης που παραλείπεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας==&lt;br /&gt;
Για τη παρασκευή της ποσυρτής, οι Κύπριες νοικοκυρές  αλάτιζαν και μαρινάριζαν το κρέας μαζί με το δέρμα του μέσα σε ξηρό μαύρο κρασί και κόλιανδρο ή κύμινο, για περίπου 12 ημέρες. Ακολούθως κρεμούσαν για ένα διάστημα το κρέας στην εστία για να καπνιστεί και στη συνέχεια σε σκιερό μέρος για να αποξηρανθεί στον αέρα. Η ποσυρτή διατηρείτο για μεγάλο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους. Όταν το λίπος γινόταν υποκίτρινο, δηλαδή τάγγιζε, τότε ήταν ακατάλληλη προς βρώση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
*http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2207&lt;br /&gt;
*Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
*Νεοφύτου Κ. (1991). Συντήρηση κρέατος, Λαογραφική Κύπρος, 41: 63-73.&lt;br /&gt;
*Ξιούτας Π. (1978). Κυπριακή λαογραφία των ζώων, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνώνν XXXVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Posirti.jpg&amp;diff=9299</id>
		<title>File:Posirti.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Posirti.jpg&amp;diff=9299"/>
		<updated>2018-10-01T21:05:43Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A0%CE%BF%CF%83%CF%85%CF%81%CF%84%CE%AE&amp;diff=9298</id>
		<title>Ποσυρτή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A0%CE%BF%CF%83%CF%85%CF%81%CF%84%CE%AE&amp;diff=9298"/>
		<updated>2018-10-01T21:03:39Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Ποσυρτἠ    |imagename=    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos= Αλλαντικό    |allo_onoma=Μπέικον...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Ποσυρτἠ&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Αλλαντικό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma=Μπέικον &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= Πιτσιλιά&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Είναι αλλαντικό που παρασκευάζεται κυρίως στην Πιτσιλιά από χοιρινό κρέας το οποίο “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και καπνίζεται με την καύση κλαδιών γηγενών δένδρων και θάμνων. Έχουν σκούρο χρώμα, έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά κρασιού και καπνού και ελαφρώς αλμυρή γεύση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία==&lt;br /&gt;
Τo προϊὀν αυτό ιστορικά παρασκευάζεται σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο λόγω του ψυχρού κλίματος που βοηθά στη συντήρηση του κρέατος. Η κάθε αγροτική οικογένεια, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, έτρεφε 1–2 χοίρους με σκοπό τη σφαγή τους τα Χριστούγεννα και την παρασκευή του αλλαντικού αυτού, εξασφαλίζοντας έτσι το κρέας της ολόχρονα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρασκευή της ποσυρτής είναι συνδεδεμένη με τα χοιροσφάγια, που στις περισσότερες περιοχές γίνονταν μέσα στο δωδεκαήμερο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπήρχαν δύο είδη ποσυρτής, η μιτσία (μικρή) και η μιάλη (μεγάλη). Η διάκριση προκύπτει από το μέρος του ζώου που χρησιμοποιείτο: η μικρή ποσυρτή παρασκευαζόταν από το επάνω τμήμα του λαιμού του χοίρου, ενώ η μεγάλη από το κρέας της κοιλιακής χώρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σημασία στη διατροφή των Κυπρίων==&lt;br /&gt;
Καλή ποσυρτή εθεωρείτο εκείνη που  αποτελείτο από δύο-τρία μέρη ψαχνού κρέατος και δύο στρώματα λίπους, ή από ένα στρώμα  ψαχνού κρέατος και ένα στρώμα λίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στο πρωινό και στο απογευματινό γεύμα οι Κύπριες μάνες συνήθιζαν να δίνουν ποσυρτή στα παιδιά τους, αφού ήταν χορταστικό γεύμα. Οι Κύπριοι χωρικοί κατανάλωναν τη ποσυρτή είτε ως πρόχειρο φαγητό, είτε ως μεζέ. Στα χωριά της Πιτσιλιά και της Μαραθάσας ήταν απαραίτητη η παρασκευή της ποσυρτής, όπως και στην Τηλλυρία και στην Πάφο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ετυμολογία==&lt;br /&gt;
Από το αποσυρτός&amp;lt;αποσύρω &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Ποσυρτή Πιτσιλιάς: Χρησιμοποιείται χοιρινή κοιλιά (μπέϊκον) και ακολουθείται η διαδικασία παρασκευής του χοιρομεριού εκτός από το στάδιο της συμπίεσης που παραλείπεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Επεξεργασίας==&lt;br /&gt;
Για τη παρασκευή της ποσυρτής, οι Κύπριες νοικοκυρές  αλάτιζαν και μαρινάριζαν το κρέας μαζί με το δέρμα του μέσα σε ξηρό μαύρο κρασί και κόλιανδρο ή κύμινο, για περίπου 12 ημέρες. Ακολούθως κρεμούσαν για ένα διάστημα το κρέας στην εστία για να καπνιστεί και στη συνέχεια σε σκιερό μέρος για να αποξηρανθεί στον αέρα. Η ποσυρτή διατηρείτο για μεγάλο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους. Όταν το λίπος γινόταν υποκίτρινο, δηλαδή τάγγιζε, τότε ήταν ακατάλληλη προς βρώση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
*http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2207&lt;br /&gt;
*Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
*Νεοφύτου Κ. (1991). Συντήρηση κρέατος, Λαογραφική Κύπρος, 41: 63-73.&lt;br /&gt;
*Ξιούτας Π. (1978). Κυπριακή λαογραφία των ζώων, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνώνν XXXVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B9&amp;diff=9297</id>
		<title>Χοιρομέρι</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B9&amp;diff=9297"/>
		<updated>2018-10-01T18:25:40Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Χοιρομέρι&lt;br /&gt;
   |imagename=xoiromeri.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Αλλαντικό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma= Σιοιρομέρι&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= Πιτσιλιά&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Είναι αλλαντικ;o που παρασκευάζονται κυρίως στην Πιτσιλιά από χοιρινό κρέας το οποίο “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και καπνίζεται με την καύση κλαδιών γηγενών δένδρων και θάμνων. Έχουν σκούρο χρώμα, έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά κρασιού και καπνού και ελαφρώς αλμυρή γεύση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία==&lt;br /&gt;
Τo προϊὀν αυτό ιστορικά παρασκευάζεται σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο λόγω του ψυχρού κλίματος που βοηθά στη συντήρηση του κρέατος. Η κάθε αγροτική οικογένεια, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, έτρεφε 1–2 χοίρους με σκοπό τη σφαγή τους τα Χριστούγεννα και την παρασκευή του αλλαντικού αυτού, εξασφαλίζοντας έτσι το κρέας της ολόχρονα. Το Χοιρομέρι Πιτσιλιάς καταναλώνεται σαν μεζές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Χοιρομέρι: Χοιρινό μερί πασπαλίζεται με αλάτι και παραμένει έτσι για 5–7 ημέρες. Εμβαπτίζεται σε κρασί στο οποίο παραμένει για 2-3 μέρες. Αμέσως μετά, το κρέας καπνίζεται σε κλειστό χώρο καθημερινά με καύση κλαδιών γηγενών δένδρων ή θάμνων. Η θερμοκρασία κάπνισης δεν ξεπερνά τους 28°C και το κρέας δεν τοποθετείται απευθείας στη φωτιά. Κατά τη διάρκεια της κάπνισης, το κρέας κατά διαστήματα συμπιέζεται σε ειδικά πιεστήρια. Προστίθεται επίσης κόλιανδρος. Τέλος, το κρέας προαιρετικά τοποθετείται σε σκιερό, αεριζόμενο χώρο (ωριμαντήριο).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Υλικά Συνταγής==&lt;br /&gt;
Μπούτι χοιρινό&lt;br /&gt;
Αλάτι χοντρό&lt;br /&gt;
Κρασί μαύρο, ξηρό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Eκτέλεση Συνταγής==&lt;br /&gt;
Καθαρίζουμε καλά το μπούτι από το λίπος.&lt;br /&gt;
Ετοιμάζουμε μια πυκνή άλμη με κρασί και αλείφουμε το μπούτι καλά σε πυκνό στρώμα.&lt;br /&gt;
Το τοποθετούμε σε βαθιά λεκάνη και το καλύπτουμε με κρασί για 20-25 μέρες. Κάθε μέρα το γυρίζουμε και προσθέτουμε κρασί όποτε χρειαστεί.&lt;br /&gt;
Όταν το βγάλουμε από το κρασί το τοποθετούμε σε ειδικό πιεστήρι για 48 ώρες.&lt;br /&gt;
Ακολουθεί το κάπνισμα που γίνεται 3-4 φορές τη βδομάδα και διαρκεί 3-4 μήνες για να στεγνώσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σχόλια Συνταγής==&lt;br /&gt;
Το χοιρομέρι πρέπει να ελέγχεται σχολαστικά ώστε να μην προσβληθεί από το σαράκι, έντομο που εισχωρεί από το σημείο που έχει αφαιρεθεί το κόκαλο. Στο συγκεκριμένο σημείο βάζουμε μεγαλύτερη ποσότητα άλατος ώστε να αποφύγουμε αυτό τον κίνδυνο &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
*http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2317&lt;br /&gt;
*Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Xoiromeri.jpg&amp;diff=9296</id>
		<title>File:Xoiromeri.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Xoiromeri.jpg&amp;diff=9296"/>
		<updated>2018-10-01T18:25:12Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B9&amp;diff=9295</id>
		<title>Χοιρομέρι</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A7%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B9&amp;diff=9295"/>
		<updated>2018-10-01T18:21:47Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: Νέα σελίδα με '{{Φαγητό    |acronym=Χοιρομέρι    |imagename=    |imageCaption=     |newwidth=270px    |idos_geumatos= Αλλαντικό    |allo_onoma= Σιοιρομ...'&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym=Χοιρομέρι&lt;br /&gt;
   |imagename=&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= Αλλαντικό&lt;br /&gt;
   |allo_onoma= Σιοιρομέρι&lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni= Πιτσιλιά&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Είναι αλλαντικ;o που παρασκευάζονται κυρίως στην Πιτσιλιά από χοιρινό κρέας το οποίο “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και καπνίζεται με την καύση κλαδιών γηγενών δένδρων και θάμνων. Έχουν σκούρο χρώμα, έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά κρασιού και καπνού και ελαφρώς αλμυρή γεύση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορία==&lt;br /&gt;
Τo προϊὀν αυτό ιστορικά παρασκευάζεται σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο λόγω του ψυχρού κλίματος που βοηθά στη συντήρηση του κρέατος. Η κάθε αγροτική οικογένεια, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, έτρεφε 1–2 χοίρους με σκοπό τη σφαγή τους τα Χριστούγεννα και την παρασκευή του αλλαντικού αυτού, εξασφαλίζοντας έτσι το κρέας της ολόχρονα. Το Χοιρομέρι Πιτσιλιάς καταναλώνεται σαν μεζές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
Χοιρομέρι: Χοιρινό μερί πασπαλίζεται με αλάτι και παραμένει έτσι για 5–7 ημέρες. Εμβαπτίζεται σε κρασί στο οποίο παραμένει για 2-3 μέρες. Αμέσως μετά, το κρέας καπνίζεται σε κλειστό χώρο καθημερινά με καύση κλαδιών γηγενών δένδρων ή θάμνων. Η θερμοκρασία κάπνισης δεν ξεπερνά τους 28°C και το κρέας δεν τοποθετείται απευθείας στη φωτιά. Κατά τη διάρκεια της κάπνισης, το κρέας κατά διαστήματα συμπιέζεται σε ειδικά πιεστήρια. Προστίθεται επίσης κόλιανδρος. Τέλος, το κρέας προαιρετικά τοποθετείται σε σκιερό, αεριζόμενο χώρο (ωριμαντήριο).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Υλικά Συνταγής==&lt;br /&gt;
Μπούτι χοιρινό&lt;br /&gt;
Αλάτι χοντρό&lt;br /&gt;
Κρασί μαύρο, ξηρό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Eκτέλεση Συνταγής==&lt;br /&gt;
Καθαρίζουμε καλά το μπούτι από το λίπος.&lt;br /&gt;
Ετοιμάζουμε μια πυκνή άλμη με κρασί και αλείφουμε το μπούτι καλά σε πυκνό στρώμα.&lt;br /&gt;
Το τοποθετούμε σε βαθιά λεκάνη και το καλύπτουμε με κρασί για 20-25 μέρες. Κάθε μέρα το γυρίζουμε και προσθέτουμε κρασί όποτε χρειαστεί.&lt;br /&gt;
Όταν το βγάλουμε από το κρασί το τοποθετούμε σε ειδικό πιεστήρι για 48 ώρες.&lt;br /&gt;
Ακολουθεί το κάπνισμα που γίνεται 3-4 φορές τη βδομάδα και διαρκεί 3-4 μήνες για να στεγνώσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Σχόλια Συνταγής==&lt;br /&gt;
Το χοιρομέρι πρέπει να ελέγχεται σχολαστικά ώστε να μην προσβληθεί από το σαράκι, έντομο που εισχωρεί από το σημείο που έχει αφαιρεθεί το κόκαλο. Στο συγκεκριμένο σημείο βάζουμε μεγαλύτερη ποσότητα άλατος ώστε να αποφύγουμε αυτό τον κίνδυνο &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
*http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2317&lt;br /&gt;
*Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A4%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B1_%E2%80%93_%CE%91%CF%80%CF%8C%CF%87%CF%84%CE%B9%CE%BD&amp;diff=9294</id>
		<title>Τσαμαρέλλα – Απόχτιν</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=%CE%A4%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B1_%E2%80%93_%CE%91%CF%80%CF%8C%CF%87%CF%84%CE%B9%CE%BD&amp;diff=9294"/>
		<updated>2018-10-01T18:04:59Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{Φαγητό&lt;br /&gt;
   |acronym= Τσαμαρέλλα – Απόχτιν&lt;br /&gt;
   |imagename=tsamarela.jpg&lt;br /&gt;
   |imageCaption= &lt;br /&gt;
   |newwidth=270px&lt;br /&gt;
   |idos_geumatos= &lt;br /&gt;
   |allo_onoma= &lt;br /&gt;
   |perioxi_fimismeni=χωριά της Μαραθάσας, στα ορεινά χωριά της Πάφου και στην Πιτσιλιά&lt;br /&gt;
   |periodos_katanalosis= &lt;br /&gt;
   |kiria_sistatika= &lt;br /&gt;
   |tropos_psisimatos=&lt;br /&gt;
   |tropos_servirismatos=&lt;br /&gt;
   |sinοdeuete=Ζιβανία&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;!-- Intro --&amp;gt;&lt;br /&gt;
Είναι παραδοσιακοί μεζέδες από αιγινό κρέας με έντονη αλμυρή γεύση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρασκευή των προϊόντων αυτών ανθούσε στα χωριά της Μαραθάσας και στα ορεινά χωριά της Πάφου και ήταν τρόπος διατήρησης του κρέατος. Σήμερα, η Τσαμαρέλλα παρασκευάζεται και στην Πιτσιλιά. Η Τσαμαρέλλα κατέχει τον τίτλο “Presidium” στον Οργανισμό Slow Food.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
__TOC__&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Μέθοδος Παραγωγής== &lt;br /&gt;
'''Τσαμαρέλλα''': Χρησιμοποιείται κρέας από το μερί και την κουτάλα ηλικιωμένης κατσίκας (κατά προτίμηση) από το οποίο αφαιρείται το κόκκαλο. Το κρέας κόβεται σε μεγάλα κομμάτια τα οποία χαράσσονται με μαχαίρι και πασπαλίζονται με αλάτι. Τα αλατισμένα κομμάτια πιέζονται, τοποθετούνται σε σκάφη για μια νύκτα για να απορροφήσουν την “νεράρμην” (αλμύρα) και την επομένη τοποθετούνται στον ήλιο για αποξήρανση (“ψήσιμο”) για περίπου 5–10 μέρες, αναλόγως του καιρού. Τα κομμάτια γυρίζονται/μετακινούνται καθημερινά για να “ψηθούν” ομοιόμορφα. Η Τσαμαρέλλα εμβαπτίζεται επανειλημμένα σε ζεστό νερό για 2-3 λεπτά για να ξαρμυρίσει. Τοποθετείται ξανά στον ήλιο για 1 μέρα αφού προηγουμένως πασπαλιστεί με ρίγανη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Απόχτιν''': Παρασκευάζεται όπως και η Τσαμαρέλλα με τη διαφορά ότι χρησιμοποιείται το κρέας με τα κόκκαλα και κάποιες φορές ολόκληρο το ζώο (εκτός της κεφαλής) ανοιγμένο στη μέση με αφαιρεμένα τα εντόσθια και το λίπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεωρούνται μεζέδες εξαιρετικής νοστιμιάς, ιδιαίτερα με Ζιβανία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πηγές== &lt;br /&gt;
*http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/allcivitems/civitem/2081#_bs_civitems_tabcyprus.tab3&lt;br /&gt;
*Υπουργείο Γεωργίας , Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010).Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου,  Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000.&lt;br /&gt;
*Γιαγκουλλής Κ. Γ. (2009), Θησαυρός κυπριακής διαλέκτου. Ερμηνευτικό, Ετυμολογικό, Φρασεολογικό και Ονοματολογικό Λεξικό της Μεσαιωνικής και Νεότερης Κυπριακής Διαλέκτου, Εκδόσεις Theopress, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Κυθραιώτου Φ. (2013), Γαστρονομικός οδηγός Μαραθάσας, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Κυπριανού Χ.Σ. - Χριστοδούλου Μ. (1969), Λαογραφικόν Λεξικόν, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Ξιούτας Π. (1978), Κυπριακή λαογραφία των ζώων, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XXXVIII, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Πέτρου-Ποιητού Ε. (2013), Από πού κρατάει η σκούφια τους, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωργίας (2010), Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών (Γ.Τ.Π. 379/2010–2.000), Λευκωσία.&lt;br /&gt;
*Χατζηθεοδούλου Ι. Στ. (1973), «Το απόχτιν», Λαογραφική Κύπρος 3(7), 28. &lt;br /&gt;
*Χατζηιωνάς Σ. (1971), «Το φαγητό στην Άλωνα», Λαογραφική Κύπρος, 1(1), 118.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία: Κυπριακά Παραδοσιακά Προϊόντα]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Tsamarela.jpg&amp;diff=9293</id>
		<title>File:Tsamarela.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.digitalcyprus.eu/w/index.php?title=File:Tsamarela.jpg&amp;diff=9293"/>
		<updated>2018-10-01T18:04:32Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Georgiashiaelou: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Georgiashiaelou</name></author>
	</entry>
</feed>