3,467
edits
(Created page with "{{Word |acronym= τα αβαττάτζια |Meaning= πλεονεκτήματα. |Origin= από το γαλλικό avantage |Sources="Ετυμολογικό λεξ...") |
m (Greeklish variables name replaced) |
||
| (7 intermediate revisions by 4 users not shown) | |||
| Line 1: | Line 1: | ||
{{ | {{Λέξη | ||
|acronym= τα | |acronym= Αβαττάτζια (τα) | ||
| | |etymology=Avantage | ||
| | |semantics=Πλεονεκτήματα | ||
| | |origin=Γαλλική | ||
}} | }} | ||
__TOC__ | |||
==Ετυμολογία== | |||
Από το γαλλικό avantage. | |||
==Σημασιολογία== | |||
Πλεονεκτήματα | |||
==Παραδείγματα== | |||
==Μέρος του Λόγου== | |||
Ουσιαστικό, γένους ουδέτερου | |||
==Συγγενικές Λέξεις== | |||
==Συνώνυμα== | |||
==Πηγές== | |||
*"Ετυμολογικό λεξικό της ομιλουμένης κυπριακής διαλέκτου", Κυριάκου Χατζιωάννου | |||
edits