Ττακουρημένος: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym=Ττακουρημένος (ο) |etymologia= |simasiologia= ο ανισόρροπος, τρελλός, αυτός που ττακουρήθη...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
 
(2 intermediate revisions by 2 users not shown)
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym=Ττακουρημένος (ο)
   |acronym=Ττακουρημένος (ο)
   |etymologia=
   |etymology=
   |simasiologia= ο ανισόρροπος, τρελλός, αυτός που ττακουρήθηκε  από κακά πνεύματα
   |semantics= ο ανισόρροπος, τρελλός, αυτός που ττακουρήθηκε  από κακά πνεύματα
   |proelefsi=
   |origin=
}}
}}


Line 12: Line 12:


==Σημασιολογία==
==Σημασιολογία==
ο ανισόρροπος, τρελλός, αυτός που ττακουρήθηκε  από κακά πνεύματα
ο ανισόρροπος, τρελλός, αυτός που ττακουρήθηκε  από κακά πνεύματα


==Παραδείγματα==
==Παραδείγματα==