Άλλεται: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
(Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Άλλεται |etymologia= |simasiologia= τρέμει το μάτι (το βλέφαρο). |proelefsi= }} __TOC__ ==Ετυμολογ...') |
(Καμία διαφορά)
|
Αναθεώρηση της 18:51, 5 Μαρτίου 2018
Άλλεται |
---|
Ετυμολογία
Από το αρχ. «άλλομαι»= χοροπηδώ.
Σημασιολογία
τρέμει το μάτι (το βλέφαρο).
Παραδείγματα
Άλλεται τ’αμμάτιν.
Μέρος του Λόγου
Συγγενικές Λέξεις
Συνώνυμα
Πηγές
- http://wikipriaka.com/gr/view/1/Α
- "Ετυμολογικό λεξικό της ομιλουμένης κυπριακής διαλέκτου", Κυριάκου Χατζιωάννου