Ξιδκιάζουμαι: Difference between revisions

(Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Ξιδκιάζουμαι |etymologia= |simasiologia= έχω ξινίλες του στομάχου |proelefsi= }} __TOC__ ==Ετυμολ...')
 
m (Greeklish variables name replaced)
 
(One intermediate revision by the same user not shown)
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Ξιδκιάζουμαι
   |acronym= Ξιδκιάζουμαι
   |etymologia=
   |etymology=
   |simasiologia= έχω ξινίλες του στομάχου
   |semantics= έχω ξινίλες του στομάχου
   |proelefsi=
   |origin=
}}
}}



Latest revision as of 15:51, 22 January 2024


Κατηγορία:Λέξεις

Ξιδκιάζουμαι
Σημασιολογία έχω ξινίλες του στομάχου



Ετυμολογία

Σημασιολογία

έχω ξινίλες του στομάχου

Παραδείγματα

Θεραπεία ξιδκιατού σε έγκυο ήταν να τρώει χώμα από τον πλιθαρένιο τοίχο του σπιτιού

Μέρος του Λόγου

Συγγενικές Λέξεις

ξιδκιατός (ο) = η ξινίλα, αναγούλα

Συνώνυμα

Πηγές

  • http://wikipriaka.com/gr/view/1/Α
  • "Ετυμολογικό λεξικό της ομιλουμένης κυπριακής διαλέκτου", Κυριάκου Χατζιωάννου
  • "Κυπριακές Ιατρικές Λέξεις", 2017, Μάριος Κυριαζής, Επιμέλεια Γιώργος Γεωργίου, Εκδόσεις Επιφανίου, Κύπρος (ISBN13: 9789963271337).

Κατηγορία: Κυπριακή Διάλεκτος Κατηγορία: Ιατρικές Κυπριακές Λέξεις