Χωλώτας: Difference between revisions

(Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym=Χωλώτας (ο) |etymologia= από το χωλά ώτα |simasiologia= αυτός που έχει κομμένα τα αυτιά |proe...')
 
m (Greeklish variables name replaced)
 
(One intermediate revision by the same user not shown)
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym=Χωλώτας (ο)
   |acronym=Χωλώτας (ο)
   |etymologia= από το χωλά ώτα
   |etymology= από το χωλά ώτα
   |simasiologia= αυτός που έχει κομμένα τα αυτιά  
   |semantics= αυτός που έχει κομμένα τα αυτιά  
   |proelefsi=
   |origin=
}}
}}



Latest revision as of 16:02, 22 January 2024


Κατηγορία:Λέξεις

Χωλώτας (ο)
Ετυμολογία από το χωλά ώτα
Σημασιολογία αυτός που έχει κομμένα τα αυτιά



Ετυμολογία

από το χωλά ώτα

Σημασιολογία

αυτός που έχει κομμένα τα αυτιά

Παραδείγματα

Μέρος του Λόγου

Συγγενικές Λέξεις

Συνώνυμα

Κωλώτας

Πηγές

  • http://wikipriaka.com/gr/view/1/Α
  • "Ετυμολογικό λεξικό της ομιλουμένης κυπριακής διαλέκτου", Κυριάκου Χατζιωάννου
  • "Κυπριακές Ιατρικές Λέξεις", 2017, Μάριος Κυριαζής, Επιμέλεια Γιώργος Γεωργίου, Εκδόσεις Επιφανίου, Κύπρος (ISBN13: 9789963271337).

Κατηγορία: Κυπριακή Διάλεκτος Κατηγορία: Ιατρικές Κυπριακές Λέξεις