Καλαθουρκασμένος: Difference between revisions

Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
 
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Καλαθουρκασμένος (ο)
   |acronym= Καλαθουρκασμένος (ο)
   |etymology_gr=
   |etymology=
   |semantics_gr= αυτός που έχει αδιαθεσία, συμμαζεύει το σώμα του και μένει ακίνητος, μικραίνει το σώμα σε σχήμα καλάθου
   |semantics= αυτός που έχει αδιαθεσία, συμμαζεύει το σώμα του και μένει ακίνητος, μικραίνει το σώμα σε σχήμα καλάθου
   |priority_gr=
   |origin=
}}
}}