Σταυροκόκκαλη: Difference between revisions
m Greeklish variables name replaced |
m Greeklish variables name replaced |
||
| Line 1: | Line 1: | ||
{{Λέξη | {{Λέξη | ||
|acronym=Σταυροκόκκαλη (η) | |acronym=Σταυροκόκκαλη (η) | ||
| | |etymology= | ||
| | |semantics= αυτή που είναι εύκολη στη γέννα, δηλ. έχει ανοικτά κόκκαλα της ήβης. Όμως αναφέρεται και το αντίθετο, δηλ. γυναίκα που έχει δύσκολη γέννα, η «σκνιφή», της οποίας τα κόκκαλα της ήβης είναι σταυρωμένα, δηλ. κλειστά. | ||
| | |origin= | ||
}} | }} | ||