Αλοιμματάριν: Difference between revisions

Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Αλοιμματάριν (το) |etymologia= |simasiologia= ειδικό φάρμακο για οφθαλμικές παθήσεις, αγν...'
 
No edit summary
Line 12: Line 12:


==Σημασιολογία==
==Σημασιολογία==
ειδικό φάρμακο για οφθαλμικές παθήσεις, αγνώστου περιεχομένου.  
ειδικό φάρμακο για οφθαλμικές παθήσεις, αγνώστου περιεχομένου.  


==Παραδείγματα==
==Παραδείγματα==