Ιλάτζ̌ιν: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Ιλάτζ̌ιν (το) |etymologia= από το αρχ. «ιλάσκομαι» = θεραπεύω, καταπραΰνω |simasiologia= γι...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Ιλάτζ̌ιν (το)
   |acronym= Ιλάτζ̌ιν (το)
   |etymologia= από το αρχ. «ιλάσκομαι» = θεραπεύω, καταπραΰνω
   |etymology_gr= από το αρχ. «ιλάσκομαι» = θεραπεύω, καταπραΰνω
   |simasiologia= γιατρικό, φάρμακο
   |semantics_gr= γιατρικό, φάρμακο
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}