Κώλος: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym=Κώλος (ο) |etymologia= |simasiologia= ο πρωκτός, επίσης και το ανδρικό μόριο, το πέος (σε μερ...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym=Κώλος (ο)
   |acronym=Κώλος (ο)
   |etymologia=
   |etymology_gr=
   |simasiologia= ο πρωκτός, επίσης και το ανδρικό μόριο, το πέος (σε μερικές περιπτώσεις)
   |semantics_gr= ο πρωκτός, επίσης και το ανδρικό μόριο, το πέος (σε μερικές περιπτώσεις)
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}