Πίζιλη: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Πίζιλη (η) |etymologia=απο το ιωνικό «ιλλός» δηλ. οφθαλμός ή από το γαλλικό «besicle» |si...'
 
Eleni Krekou (talk | contribs)
No edit summary
Line 15: Line 15:


==Παραδείγματα==
==Παραδείγματα==
«Το πολλύν γινάτιν κάμνουν πιζίλην τ' αμμάθκια σου», φρ. = Το να επιμένεις συνέχεια σε κάτι θα σε κάμει να αρρωστήσεις   
«Το πολλύν γινάτιν κάμνουν πιζίλην τ' αμμάθκια σου», φρ. = Το να επιμένεις συνέχεια σε κάτι θα σε κάμει να αρρωστήσεις   


==Μέρος του Λόγου==
==Μέρος του Λόγου==