Σουννέττιν: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym=Σουννέττιν (το) |etymologia= από το τουρκ. «sunnet» |simasiologia= η περιτομή, η αποκοπή δέρματ...'
 
Eleni Krekou (talk | contribs)
No edit summary
Line 21: Line 21:


==Συγγενικές Λέξεις==
==Συγγενικές Λέξεις==
σουννεττής, ο = αυτός που κάνει την περιτομή
σουννεττής (ο) = αυτός που κάνει την περιτομή


==Συνώνυμα==
==Συνώνυμα==