Δκιασιέλισμαν: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
No edit summary
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Δκιασιέλισμαν (το)
   |acronym= Δκιασιέλισμαν (το)
   |etymologia=
   |etymology_gr=
   |simasiologia= όταν γυναίκα (ή άλλο θηλυκό ζώο) η οποία έχει τα έμμηνά της ([[Άτσαλη]]) δρασκελίσει ένα μωρό, και επιφέρει χρόνια αρρώστια του μωρού
   |semantics_gr= όταν γυναίκα (ή άλλο θηλυκό ζώο) η οποία έχει τα έμμηνά της ([[Άτσαλη]]) δρασκελίσει ένα μωρό, και επιφέρει χρόνια αρρώστια του μωρού
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}