Καρούτζ̌ιν: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Καρούτζ̌ιν (το) |etymologia= από το «καρουκάς» και το Τουρκ. Karuk (μούδιασμα) |simasiologia=...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Καρούτζ̌ιν (το)
   |acronym= Καρούτζ̌ιν (το)
   |etymologia= από το «καρουκάς» και το Τουρκ. Karuk (μούδιασμα)
   |etymology_gr= από το «καρουκάς» και το Τουρκ. Karuk (μούδιασμα)
   |simasiologia= το ατροφικό, ακίνητο και συμμαζεμένο σώμα, μετά από μακρά περίοδο ακινησίας
   |semantics_gr= το ατροφικό, ακίνητο και συμμαζεμένο σώμα, μετά από μακρά περίοδο ακινησίας
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}