Κουφέρτσιαση: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Κουφέρτσιαση (η) |etymologia=από το «conforter» (comfort) |simasiologia=η παρηγοριά μετά από άγχος...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Κουφέρτσιαση (η)
   |acronym= Κουφέρτσιαση (η)
   |etymologia=από το «conforter» (comfort)
   |etymology_gr=από το «conforter» (comfort)
   |simasiologia=η παρηγοριά μετά από άγχος ή άλλο πρόβλημα, η ψυχική και σωματική ανακούφιση
   |semantics_gr=η παρηγοριά μετά από άγχος ή άλλο πρόβλημα, η ψυχική και σωματική ανακούφιση
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}