Μαστουρωμένος: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Μαστουρωμένος (ο) |etymologia= |simasiologia= ο ναρκομανής, αυτός που έχει πάρει ναρκωτικά...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Μαστουρωμένος (ο)
   |acronym= Μαστουρωμένος (ο)
   |etymologia=
   |etymology_gr=
   |simasiologia= ο ναρκομανής, αυτός που έχει πάρει ναρκωτικά, και κατά συνέπεια ο ναρκωμένος
   |semantics_gr= ο ναρκομανής, αυτός που έχει πάρει ναρκωτικά, και κατά συνέπεια ο ναρκωμένος
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}