Ξηστασ̌ιάζω: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Ξηστασ̌ιάζω |etymologia= από τα «στάχυα» όταν ωριμάζουν |simasiologia= ενισχύομαι μετά α...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Ξηστασ̌ιάζω
   |acronym= Ξηστασ̌ιάζω
   |etymologia= από τα «στάχυα» όταν ωριμάζουν
   |etymology_gr= από τα «στάχυα» όταν ωριμάζουν
   |simasiologia= ενισχύομαι μετά από αρρώστια,λέγεται και για πολύ ηλικιωμένο, όταν «ωριμάσει»
   |semantics_gr= ενισχύομαι μετά από αρρώστια,λέγεται και για πολύ ηλικιωμένο, όταν «ωριμάσει»
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}