Ποππέφτω: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym=Ποππέφτω |etymologia= |simasiologia= γίνομαι αδύνατος, εξαντλούμαι από την κούραση, χάνω...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym=Ποππέφτω  
   |acronym=Ποππέφτω  
   |etymologia=
   |etymology_gr=
   |simasiologia= γίνομαι αδύνατος, εξαντλούμαι από την κούραση, χάνω τη δύναμη και την σφριγηλότητά μου
   |semantics_gr= γίνομαι αδύνατος, εξαντλούμαι από την κούραση, χάνω τη δύναμη και την σφριγηλότητά μου
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}