Ποστασούρα: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym=Ποστασούρα (η) |etymologia= από το «αποστάννω» |simasiologia= η μεγάλη κούραση, όταν κάποιο...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym=Ποστασούρα (η)
   |acronym=Ποστασούρα (η)
   |etymologia= από το «αποστάννω»
   |etymology_gr= από το «αποστάννω»
   |simasiologia= η μεγάλη κούραση, όταν κάποιος δεν έχει πια δύναμη ή ενέργεια
   |semantics_gr= η μεγάλη κούραση, όταν κάποιος δεν έχει πια δύναμη ή ενέργεια
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}