Σσωκουφισμένος: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym=Σσωκουφισμένος (ο) |etymologia=από το «έσω» + «κούφιος» |simasiologia= αυτός που η υγεία το...'
 
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym=Σσωκουφισμένος (ο)
   |acronym=Σσωκουφισμένος (ο)
   |etymologia=από το «έσω» + «κούφιος»
   |etymology_gr=από το «έσω» + «κούφιος»
   |simasiologia= αυτός που η υγεία του είναι κατεστραμμένη, κλονισμένη
   |semantics_gr= αυτός που η υγεία του είναι κατεστραμμένη, κλονισμένη
   |proelefsi=
   |priority_gr=
}}
}}