Χασκάσι: Difference between revisions
Eleni Krekou (talk | contribs) Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Χασκάσι (το) |etymologia=από το χασκιάζω/χάσκω (το όπιο κάνει τον άλλο να μείνει με αν...' |
m Greeklish variables name replaced |
||
| Line 1: | Line 1: | ||
{{Λέξη | {{Λέξη | ||
|acronym= Χασκάσι (το) | |acronym= Χασκάσι (το) | ||
| | |etymology_gr=από το χασκιάζω/χάσκω (το όπιο κάνει τον άλλο να μείνει με ανοικτό στόμα σαν αποκοιμισμένος) | ||
| | |semantics_gr= παπαρούνα, όπιο | ||
| | |priority_gr= | ||
}} | }} | ||