Ξεκλείδωμα: Difference between revisions

Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
 
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym=Ξεκλείδωμα (το)
   |acronym=Ξεκλείδωμα (το)
   |etymology_gr=
   |etymology=
   |semantics_gr=η συνήθεια να ξεκλειδώνουν τα ερμάρια και πόρτες για να γεννήσει η γυναίκα, σε περίπτωση δύσκολης γέννας  
   |semantics=η συνήθεια να ξεκλειδώνουν τα ερμάρια και πόρτες για να γεννήσει η γυναίκα, σε περίπτωση δύσκολης γέννας  
   |priority_gr=
   |origin=
}}
}}