Ξηστασ̌ιάζω: Difference between revisions

Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
Pradeau (talk | contribs)
m Greeklish variables name replaced
 
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Ξηστασ̌ιάζω
   |acronym= Ξηστασ̌ιάζω
   |etymology_gr= από τα «στάχυα» όταν ωριμάζουν
   |etymology= από τα «στάχυα» όταν ωριμάζουν
   |semantics_gr= ενισχύομαι μετά από αρρώστια,λέγεται και για πολύ ηλικιωμένο, όταν «ωριμάσει»
   |semantics= ενισχύομαι μετά από αρρώστια,λέγεται και για πολύ ηλικιωμένο, όταν «ωριμάσει»
   |priority_gr=
   |origin=
}}
}}