Πάνιασμα: Difference between revisions

Eleni Krekou (talk | contribs)
Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym=Πάνιασμα (το) |etymologia= |simasiologia= το μαλάκωμα των ποδιών από το πολύ περπάτημα |proel...'
 
Eleni Krekou (talk | contribs)
No edit summary
Line 21: Line 21:


==Συγγενικές Λέξεις==
==Συγγενικές Λέξεις==
Παννιάζω = μαλακώνω, αδυνατίζω, ακόμα και βγάζω παννάδες  
Παννιάζω = μαλακώνω, αδυνατίζω, ακόμα και βγάζω παννάδες (φακίδες).
 
==Συνώνυμα==
==Συνώνυμα==