Καρούτζ̌ιν: Difference between revisions

m
Greeklish variables name replaced
(Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym= Καρούτζ̌ιν (το) |etymologia= από το «καρουκάς» και το Τουρκ. Karuk (μούδιασμα) |simasiologia=...')
 
m (Greeklish variables name replaced)
 
(One intermediate revision by the same user not shown)
Line 1: Line 1:
{{Λέξη
{{Λέξη
   |acronym= Καρούτζ̌ιν (το)
   |acronym= Καρούτζ̌ιν (το)
   |etymologia= από το «καρουκάς» και το Τουρκ. Karuk (μούδιασμα)
   |etymology= από το «καρουκάς» και το Τουρκ. Karuk (μούδιασμα)
   |simasiologia= το ατροφικό, ακίνητο και συμμαζεμένο σώμα, μετά από μακρά περίοδο ακινησίας
   |semantics= το ατροφικό, ακίνητο και συμμαζεμένο σώμα, μετά από μακρά περίοδο ακινησίας
   |proelefsi=
   |origin=
}}
}}


3,467

edits